Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Οι Τούρκοι έτον αφορισμένον έθνος… πολύ μας παιδέψανε...

Φίλη Κουτμηρίδου: Γεννήθηκε το 1914 στο Κοζλαράντων Σάντας Πόντου.
Κάτοικος της Μικρής Σάντας Ημαθίας.


Η Φίλη Κουτμηρίδου είναι η δεύτερη γυναίκα με «σαντέικο» αίμα που συναντήσαμε στα προσφυγοχώρια της Βόρειας Ελλάδος…Η μικρή Σάντα Βέροιας, το χωριό που ζει τα τελευταία 85 χρόνια, είναι ένας φιλόξενος τόπος με βαριά κληρονομιά του Πόντου και έντονες τις μνήμες της Γενοκτονίας, που στην περίπτωση της Σάντας ήταν απόλυτη. Η κυρία Φίλη μιλά χωρίς διακοπή. Τα 96 της χρόνια δε συμβαδίζουν ούτε με την εμφάνιση ούτε με τη μνήμη της. Δεν της κάνουμε σχεδόν καμία ερώτηση. Και η ζωντανή ιστορία της Σ΄νατας ξετυλίγεται μπροστά μας σε όλο το μεγαλείο και την τραγικότητα της.

«Εγώ γεννήθηκα το ΄14, του Μαρτίου 20. Δηλαδή πόσο χρονών είμαι; 96…. Το πατρικό μου είναι Τσιρίδου… Είμαι από την Κοζλαράντων της Σάντας. Κοπαλάντων, Πιστοφάντων, Ζουρνατσάντων ήταν τα εφτά χωρία, τα χωριά της Σάντας. Το δικό μας είχε 150 οικογένειες. Το Πιστοφάντων ήταν 1.500, ήταν το πιο μεγάλο. Το πιο μικρό ήταν το Τσακαλάντων: είχε 50 οικογένειες… Γύρω γύρω τουρκικά χωριά ήτανε, αλλά στην αρχή καλά είμαστε.

Ο πατέρας μου ήταν απ΄την Κοζλαράντων και η μάνα μου το ίδιο. Ο πατέρας μου ήτανε πολυτεχνίτης. Ό,τι ήτανε το έκανε. Αλλά στη Σάντα δε μπορούσανε να ζήσουνε και να έχουνε περιουσίες. Συνήθως τους παίρνανε και οι Τούρκοι στρατό, αλλά οι Πόντιοι δεν πηγαίνανε. Μόλις ερχότανε η ηλικία για να πάνε στρατό, φεύγανε για τη Ρωσία. Γι’ αυτό η Ρωσία έχει πολλούς Πόντιους. Άλλοι παντρεύονταν, κάνανε οικογένεια, φεύγανε, άλλοι αρραβωνιάζονταν και φεύγανε, άλλοι πεθαίνανε, τέλος πάντων η ζωή τους δεν ήταν ευχάριστη.

Γιορτάζαμε πάρα πολύ τις γιορτές και τις εκκλησίες. Όπου γινότανε γάμος σε χωριό, έπρεπε να πάμε όλοι. Και κηδεία να γινότανε, πάλι το ίδιο. Τα χωριά όλα ήτανε όλα κοντά κοντά. Μόνο ένα χωριό ήταν από την άλλη πλευρά του ποταμού, το Ζουρνατζάντων. Τα άλλα επτά χωριά ήταν από την εδώ μεριά. Γιατί οι Τούρκοι έρχονταν τη νύχτα και μας φοβέριζαν και έπρεπε να βοηθάμε ο ένας τον άλλον…Ήτανε το κλίμα καλό και ζούσαν από την κτηνοτροφία. Είχανε τα παρχάρια και πηγαίνανε, δουλεύανε εκεί. Οι γριές συνήθως βγαίνανε εκεί – οι «παρχαρομάνες» που λέγαμε. Οι νύφες έμεναν στο σπίτι, εποίκαν όλες τις δουλείες, τα ξύλα, τα ζώα… Η ζωή τους ήταν λίγο δύσκολη, αλλά ευχάριστη. Ζούσανε εκεί μέσα δεκαέξι αιώνες. Ήταν άγρια τα βουνά, αλλά η φύση ωραία. Μοσχοβολούσανε τα πεύκα. Είχανε μαστίχα και μοσχοβολούσε. Είχε λουλούδια, της «Παναγίας το Δάκρυ» το λέγαμε, μανουσάκια πολλά… Πολλά πράματα είχε… Τα φρούτα, τώρα το φθινόπωρο μαζεύανε τα αχλάδια. Αχλάδια γίνονταν…Αλλά μες το δάσος σα δαμάσκηνα, πολύ νόστιμα…

Στην αρχή τα πηγαίναμε καλά με τα τουρκοχώρια. Έφερναν αυτοί καλαμπόκι, γιατί στη Σάντα δε γινότανε ούτε καλαμπόκι ούτε σιτάρι. Μόνο πατάτα, πράσα, λάχανα και τέτοια… Και φέρνανε εκείνοι απέξω. Σιγά σιγά άρχισαν να αγριεύουν τα πράματα με τους Τούρκους. Και οι δικοί μας δεν κάθονταν καλά, άρχισαν να χτυπάνε, να κλέβουνε… Και αυτοί αγρίεψαν και εμείς αγριέψαμε… Ταχυδρομεία δεν είχαμε, με τα μουλάρια πήγαιναν μέχρι την Τραπεζούντα τα γράμματα. Κι αν ο Τούρκος ταχυδρόμος έφερνε καμιά επιταγή, τον χτυπούσαν».

Στο περίφημο αντάρτικο της Σάντας πρωτοστατούσαν εκτός από τον Ευκλείδη Κίρτογλη (Κουρτίδη) και τον Δαμιανό Τσιρίπη, και πολλές «αντρογυναίκες» που πολεμούσαν εξίσου καλά με τους άντρες. «Φασαρία, φασαρία, ώσπου στο τέλος μαζέψανε τους αρχηγούς τους δικούς μας και τους είπανε: «Θέλετε να κάτσετε στον τόπο αυτόν; Θα πρέπει να πληρώνετε φόρους και να πηγαίνετε στο στρατό». Οι Πόντιοι είναι και λίγο εγωιστές ξέρετε. «’όχι, δε θέλουμε». «Ε τότε να παραδώσετε τα όπλα». Δώσανε τα άχρηστα, τα καλά τα κράτησαν, τα φύλαξαν… Και κει είχαν φτιάξει μεγάλα καταφύγια. Εκεί είχαν τα όπλα, τα τρόφιμα και οι οικογένειες που είχαν φόβο μαζεύονταν εκεί. Σπηλιά ήτανε… Σιγά σιγά, αγρίεψαν τα πράματα.

Ώσπου στο τέλος μας κύκλωσαν μια νύχτα… Άρχισαν να χτυπάνε οι καμπάνες, να λεηλατούν τις εικόνες… Λεηλασία, τι να σε πω… Τα ζώα να φωνάζουνε, αυτοί να σκοτώνουνε ότι βρίσκουνε. Κανείς δεν ήξερε τι να κάνει, ξαφνικά μας βρήκε ο πόλεμος…».

Δε χρειάστηκε περισσότερο από μια νύχτα για να αλλάξει για πάντα η ζωή της: «κοιμόμασταν. Νύχτα ήρθανε. Είχαμε τη μάνα μας, τον παππού και τρία κορίτσια. Η πιο μεγάλη ήμουνα εγώ, εξίμιση χρονών. Οι πιο νέοι που ήτανε, είχανε κάτι κρυψώνες, πήγανε κρύφτηκαν. Τους άλλους μας πήγανε όλους στην εκκλησία, όλοι οι άλλοι. Ύστερα ήρθε η διαταγή “σκοτώστε τους”. Από μέσα η δική μας η επιτροπή που ήταν στην Τραπεζούντα ενεργούσανε και τα βρήκαν κάπως μαλακά. Μας αφήσανε, δε μας σκοτώσανε. Μας μαζέψανε μόνο όλο το χωριό στο Πισταφάντων. Ήταν το πιο μεγάλο χωριό της Σάντας. Δήθεν ότι αυτούς δε θα τους έκαναν εξόριστους. Μια βδομάδα μείναμε εκεί. Στο τέλος ήρθε ξανά διαταγή να μας σκοτώσουν. Μας βγάλανε έξω από το χωριό, μας βάλανε στη σειρά και με τα όπλα έριχναν στον αέρα. Ο αδερφός μου μικρός ήταν και έλεγε στη μάνα μου: “μάνα βάλε με στο καλάθι να μη με σκοτώσουνε…”.

Ύστερα εκεί, στην αναπαπούλα, ήρθε διαταγή από τη Γερμανία να μη μας σκοτώσουνε αλλά να μας πάνε εξορία στην άκρη του κόσμου. Κι όποιος γυρίσει, γύρισε… Πήγαμε εξορία… 32 μέρες περπατούσαμε. Μέχρι το Ερζερούμ. Εκεί, όσοι ήτανε γέροι και γριές, τους αφήσανε. Τους υπόλοιπους μας πήγανε μετά από μια βδομάδα στο Χουνούζ, στο Κουρδιστάν. Ξέρεις τι χιόνια είχε εκεί; Τι κρύο; Άγρια βουνά. Φτάσαμε στο Κουρδιστάν. Περπατούσαμε όλη μέρα. Κάθε δυο-τρεις ώρες μας έλεγαν καθίστε να ξεκουραστείτε. Μετά με όπλα “γιακάχ” (=σηκωθείτε), άγριοι… Εφτά χωριά μας κλείσανε μέσα. Πρώτα στο Ερζερούμ και μετά χωρίσαμε, όσοι ήταν λίγο καλύτερα, στο Χουνούζ».

Το χιόνι του χειμώνα στο Χουνούζ ξεπερνούσε τα δυο μέτρα. Οι εξόριστοι ζούσαν σε στρατώνες με δυο παράθυρα στην οροφή, χωρίς καθόλου φαγητό. Σε αντίθεση με τους Κούρδους κατοίκους που έδειχναν ευγένεια στους Έλληνες, οι Τούρκοι συνέχιζαν τα σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια: «Αφορισμένον έθνος… Ερχόντουσαν τη νύχτα, ζητούσανε κορίτσια, ζητούσανε νυφάδες. Πολύ μας βασάνισαν οι Τούρκοι, πάρα πολύ υποφέραμε. Μας βάλανε μέσα σε ένα σχολείο. Χτισμένο ήταν… Όλοι εκεί μέσα να ξημερώσουμε και το πρωί πάλι τον δρόμο.

Χώρια βάλαν τις γυναίκες, χώρια βάλαν τους άνδρες. Έπιασαν τον παπά και του είπαν: “Θα πας να μας φέρεις τι γυναίκες (ξέρανε που ήταν οι γυναίκες) ή θα σε σκοτώσουμε”. Τι να κάνει; Πήγε… Τους χτύπησε την πόρτα. Λέει από μέσα μια γυναίκα – ήξερε καλά τα τουρκικά (ήτανε σου λέω, αντάρτες): “Ποίος εν;”, “εγώ ο παπα-Δημήτρης”, “ντο θέλεις;”, “Κι ξέρω, άνοιξέ με”, “εν κανένας μετ’ εσέ;”, “έχω ουρά”, λέει. Μόλις είπε ουρά, κατάλαβαν ότι ήταν οι Τούρκοι από πίσω του, ουρά… Αμέσως κατάλαβαν ότι έρχονται να πάρουνε γυναίκες. Αμέσως είπαν μεταξύ τους “σπάστε όλες τις καρέκλες, τα τραπέζια – ότι βρείτε- κι ανοίξτε την πόρτα και χτυπήστε όπου βρείτε!”. Άνοιξεν την πόρταν και άρχισαν οι δικές μας να ρίχνουν ξύλα, σίδερα, ότι βρήκανε… Και κάναν οι Τούρκοι “Αλλάχ, Αλλάχ…τι γυναίκες είναι τούτες”. Πολεμίστριες. Ειδοποίησαν τους αξιωματικούς και ησύχασαν… Πόσα τέτοια, πόσα…

Τέλος πάντων, εκεί καθίσαμε ένα χειμώνα. Οι Κούρδοι οι καημένοι έρχονταν κάθε πρωί, άνοιγαν το δρόμο και μας έφερναν αϋραν (=ξυνόγαλα) που πουλούσαν. Σιγά σιγά έλιωνε το χιόνι και βγαίναμε εμείς τα μικρά στους μαχαλάδες και ζητούσαμε πόρτα πόρτα. Έκαναν πολύ όμορφα ψωμιά και είχανε ταντούρ. Κάθε μέρα νεκροί, κάθε μέρα… Στο καλάθι τους βάζανε και τους πήγαιναν παραπέρα μες στο χιόνι (που να βρεις γη εκεί;). Ύστερα διαταγή να μας σκορπίσουνε στο Κουρδιστάν, όλους. Αλλά είχαμε και γυναίκες, αντρογυναίκες. Ξέρανε καλά τα τουρκικά και μαζευτήκανε μια μέρα και πήγανε στον καϊμακάμη (=νομάρχη), παιδιά και γυναίκες να κλαίνε και να φωνάζουν: “Σκοτώστε μας αλλά δεν πάμε άλλη εξορία, δεν πάμε πουθενά”.

Διαταγή νέα –άνοιξε πια και ο καιρός, λιγόστεψε το χιόνι- να επιστρέψουμε, να πάμε πίσω στην Τραπεζούντα. Κι όταν γυρίζαμε από κει, απ΄το Χουνούζ, ποια θα έβλεπες και δε θα έκλαιγες; Κλάματα που βούιζαν τα βουνά…Έλιωσε το χιόνι και τα αγρίμια έτρωγαν τα ρούχα [από τα πτώματα].

Με φωνές και μοιρολογίες κατεβήκαμε στο Ερζερούμ πάλι. Σιγά σιγά από το ένα το χωριό στο άλλο, μας έφεραν στην Τραπεζούντα. Όσοι είχανε συγγενούς, κάπως βολεύτηκαν. Δεν θυμάμαι, αλλά παραπάνω από δέκα μέρες δεν καθίσαμε».

Εκείνες τις ημέρες, αρχές του 1923 έφτασε η διαταγή για το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα τον ερχομό στην Ελλάδα, το τέλος όλων των βασάνων: «Ήρθε ένα βαπόρι τουρκικό, Γκιουλτζαμάλ το λέγανε. Περάσαμε καλά, μας έβαλαν τα ρούχα μας αμέσως σε κλίβανο. Γιατί σίγουρα θα είχανε αρρώστεις, μολύνσεις… Ύστερα η Αμερική έστειλε και ρούχα και τρόφιμα. Τα ρούχα ήταν σε ένα μεγάλο κτίριο και τα ρίχνανε αγκαλιές αγκαλιές και εμείς από κάτω αρπάζαμε, ότι μπορούσε ο καθένας, ένα παπούτσι, ένα πουκάμισο… Τέλος, από κει και πέρα χορτάσαμε ψωμί. Καθίσαμε οχτώ μήνες, ανοίξανε μαγειρεία, πήγαιναν εκεί η μάνα μου και οι θείες μου μαγείρισσες, μαγείρευαν, έπλεναν… Μετά μας είπανε θα φύγετε, θα πάτε στην Ελλάδα.

Το βαπόρι μας έφερε στο Χαρμάνκιοϊ, στη Θεσσαλονίκη κοντά. Έλεγαν άμα θέλετε να μείνετε, αλλιώς να πάτε στην Καλαμαριά. Η Καλαμαριά τότε ήταν άγριο μέρος, όλο πέτρα, λάσπη. Δεν ήταν κατοικήσιμο μέρος». Τα πεδινά αρρώσταιναν τους Σανταίους που είχαν συνηθίσει σε μεγάλα υψόμετρα: «Θέλαμε βουνό, θέλαμε κλίμα. Οι Πόντιοι έτσι είναι συνηθισμένοι. Στην Καλαμαριά κανείς δεν ήθελε να μείνει. Ήρθαμε στη Νέα Σάντα στο Κιλκίς. Εκεί ήταν άλλοι δικοί μας. Μας έδωσαν οικόπεδα. Αλλά πάλι πεθαίνανε, λιγοστέψανε… Τα αδέλφια μου ήταν Τομιλέων και Αλκιβιάδης. Τρία πήγαμε, δύο γυρίσαμε. Η μάνα μου πέθανε και μας άφησε μες στους δρόμους εκεί στη Νέα Σάντα. Ευτυχώς που ήτανε Πόντιοι εκεί. Και 10-15 μέρες ήρθε ο πατέρας μας από τη Ρωσία, μετά από τόση ξενιτιά. Το τελευταίο του το αγόρι ούτε το ήξερε… Εμάς μας βρήκε λερωμένα, παραπονιάρικα, χωρίς μάνα, σε ένα σπίτι παράθυρα δεν είχε, πόρτα δεν είχε… Πώς δεν πεθάναμε… Τα σπίτια στην Καστανιά μόνοι μας τα φτιάξαμε. Όλοι οι Σανταίοι τεχνίτες ήτανε. Ο πατέρας μου και τι δεν ήξερε… Τον ουρανό με τ’ άστρα…

Βγήκε μια επιτροπή από τους δικούς μας, όλοι άρρωστοι… Δεν υπήρχανε τα κατάλληλα φάρμακα… Αντεπρίνες και κινίνα συνέχεια. Χλομιάσαμε… Έγινε μια επιτροπή κι ο πατέρας μου μέσα και άλλοι σεβάσμιοι άνθρωποι. Και πήγε με τα κάρα στην Καστανιά, βρήκαν εκεί. Του Αη-Λια την ημέρα πήγαμε στην Καστανιά. Άγριο μέρος, είχε οξιές μεγάλες… Να τ’ αγκαλιάσεις έτσι, δεν μπορούσες… Ωραίο κλίμα, αλλά γη δεν υπήρχε πουθενά. Πως θα ζήσουμε; Τι θα κάνουμε; θα πάμε… Άρρωστοι με τα κάρα, από τη Νέα Σάντα στην Καστανιά… Πήγαμε στην Καστανιά, μας έδωσαν αντίσκηνα. Εκεί ήταν μια εκκλησία που κάθονταν οι Βλάχοι. Και μια πλατεία κάπως ανοιχτή. Οι δικοί μας μάστοροι ήταν, φτιάξαν αμέσως έναν φούρνο να τρώμε. Σιγά σιγά μοίραξαν οικόπεδα. Έχτισαν πρώτα το δικό μας, του πατέρα μου το σπίτι. Ψωμί τρώγαμε κάθε μέρα.

Ησύχασαν λίγο τα πράματα, μας δώσανε αγελάδες, μας δώσανε πρόβατα. Οι Πόντιοι από αγελάδες ξέρανε, από πρόβατα χαμπάρι δεν είχανε… Πηγαίναμε εμείς οι μικροί να φυλάμε τα πρόβατα. Αυτά πήγαινα κάτω από ίσκιο. Εμείς δε ξέραμε, όπου πήγαιναν τα πρόβατα, πηγαίναμε και μεις. Εκεί που είναι η Σουμελά τώρα, ήταν Σαρακατσάνοι. Κι άρχισαν να μας κλέβουν τα πρόβατα. Άρχισαν να κλέβουν τα άλογα… Κάναμε παράπονα. Εκείνοι αγρίεψαν. Εμείς από κείνους φοβηθήκαμε, εκείνοι από εμάς. Τέλος πάντων, μαζευτήκαμε, σκάβαμε το μέρος. ‘Αγονο. Μόνο πατάτες. Αλλά ο Πασαλίδης ο γιατρός κι ο Χαριτάντος μας υποστηρίξανε πολύ που ήμασταν άρρωστοι…»

Η κυρία Φίλη μας αποχαιρετά με ένα τραγούδι που αφηγείται τα βάσανα και το χυμένο αίμα των Σανταίων. Είναι μερικοί από τους πολλούς στίχους που σκάρωναν οι ίδιοι οι συμπατριώτες της στην εξορία του παγωμένου Χουνούζ και τραγουδούσαν έπειτα στην Ελλάδα για πολλά χρόνια και με το ίδιο πάθος, σε ανάμνηση των παθών τους:

Σο δρόμο επάν εξίουτουν
Το Σαντέτ’κον το αίμα
Σο Ερζερούμ και σο Χουνούζ
Θα κόφτομε και θα πάμε
Ατού σ’αγριοτέρεμα,
Κατοίκια θα φτάμε
Σο Ερζερούμ ερρώστησα
Και άλλ’ ψυχομαχούνε
Και την Πατρίδα και το νερόν
Έρχονται ψαλαφούνε

* H συνέντευξη δόθηκε στον Ιάσονα Χανδρινό, Μικρή Σάντα Ημαθίας, 17 Ιουλίου 2010

Βεβαιωθείτε ότι διαβάσατε τους Ορους σχολιασμού πριν αναρτήσετε το σχόλιό σας. Υπεύθυνος για κάθε σχόλιο είναι ο ίδιος ο σχολιαστής και η συμμετοχή του στη συζήτηση τεκμαίρει την ανεπιφύλακτη αποδοχή αυτού του όρου.