Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Και συ λαέ βασανισμένε…………

Γράφει ο Σωτήριος Καλαμίτσης

Επειδή βαριέμαι να γράφω τα ίδια και τα ίδια, ξαναπαραπέμπω.
            Την 13.11.2013, ήτοι ένα έτος και δύο ημέρες μετά το ανωτέρω τιτίβισμα,  ο Αλέξης επισκέφθηκε τις ΗΠΑ, ετάχθη αναφανδόν υπέρ του ευρώ [το οποίο δεν ήταν γι’ αυτόν φετίχ (μάλλον ταμπού ήθελε να πει) τον Μάιο του 2012] και έλαβε το χρίσμα, για να γίνει πρωθυπουργός μας. Κατά τα ειωθότα. Τα αφεντικά αφουγκράστηκαν τις επιθυμίες του ελληνικού λαού και τις σεβάσθηκαν, όπως είχε γίνει και το 1981. 
            [ΣΗΜ: Απλή και ανόθευτη αναλογική δεν πρόκειται να δούμε ποτέ. Το εκάστοτε εφαρμοζόμενο εκλογικό σύστημα έχει σχεδιασθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην αναγκάζεται η εν Αθήναις πρεσβεία των ΗΠΑ να νταραβερίζεται με πολλά κόμματα. Είναι ψυχοφθόρο, δαπανηρό και χρονοβόρο.
            Κι’ όταν μιλάμε για λαό, πρέπει να έχουμε υπόψιν και να λαμβάνουμε στα σοβαρά και την άποψη που έχει για τον λαό ο Ντέπιουτης, το μεγαλύτερο πολιτικό κεφάλαιο του τόπου [Κωνσταντινόπουλος έφα]. Αντιγράφω από διάλογο με την Όλγα.
            «-Τρέμη: Μα αφού η κατάσταση είναι τόσο μαύρη και η κυβέρνηση τόσο κακή, γιατί ακόμα τη στηρίζουν οι πολίτες;
            -Ντέπιουτης: Γιατί οι πολίτες είναι εγωιστές και δεν παραδέχονται ότι έκαναν λάθος!
            –Τρέμη: Και γιατί οι πολίτες δεν αντιλαμβάνονται ότι είχατε καλές προθέσεις, αλλά σας χρεώνουν ότι τους καταστρέψατε;
            –Ντέπιουτης: Γιατί οι πολίτες είναι ατομιστές, σκέφτονται μόνον την πάρτη τους και δεν καταλαβαίνουν τα μακροοικονομικά μεγέθη!
            -Τηλεθεατής: Εσείς δεν λέγατε ψέμματα που τώρα κουνάτε το δάχτυλο;
            -Ντέπιουτης: Και βέβαια λέγαμε ψέμματα! Τώρα το ΠΑΣΟΚ λέει την αλήθεια!»


Σωτήριος Καλαμίτσης    - εγωιστής και ατομιστής πολίτης σκεφτόμενος  το πάρτυ του Ντέπιουτη και της παρέας του
Ταπεινός, πλην ακροδεκσιός νεομπολσεβίκος και δραχμολάγνος, γραφιάς πάσχων ανιάτως από εσχάτως διαγνωσθείσα ακράτεια εμπαθείας και λαϊκισμού, επιστήθιος, όμως, φίλος του γιατρού Γωγούση, σφόδρα δε πιθανόν και επισκέπτης του εις οίκον ευγηρίας δι’ απόρους λόγω επαπειλούμενης εξώσεώς του από την ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος, όπου κατοικεί επ’ ενοικίω, Ιεράν τινά δηλονότι Μονήν του Αγίου ΄Ορους [Μεγάλη η Χάρη της]

Υ.Γ. Αντιγράφω κείμενο του αείμνηστου καθηγητή Μάνεση [Νομικό Βήμα, τόμος 40, 1992, σελ. 6-7], το οποίο αφορά στον Ντέπιουτη και μόνον:
«ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΣ  ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
«Η διαπλοκή δικαίου και πολιτικής είναι δεδομένη, εμφανίζεται δε εντονότερη στο Συνταγματικό Δίκαιο, ως το κατ' εξοχήν «πολιτικό δίκαιο», όπως άλλωστε το αποκαλούσαν παλαιότερα. Από αυτήν τη διαπλοκή πηγάζει άλλωστε η δύναμη αλλά και η αδυναμία της επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου...
Πέρα όμως από αυτά τα δεδομένα υπάρχει ένα παθολογικό φαινόμενο που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο πολιτικό βίο της χώρας μας: αφ' ενός η υπέρμετρη νομικοποίηση των πολιτικών θεμάτων και αφ' ετέρου - αντίστροφα - η έντονη πολιτικοποίηση του νομικού επιστημονικού λόγου.
Νομίζω ότι πρόκειται, σε τελική ανάλυση, για δύο όψεις μιας εξουσιαστικής συμπεριφοράς των αντιπαρατιθέμενων πολιτικών παρατάξεων που επιδιώκουν, με αναγκαίο συνεργό την επιστήμη, την ιδεολογική - νομική επικάλυψη πολιτικών θέσεων και αποφάσεων τους, των οποίων η συμφωνία προς το Σύνταγμα και το εν γένει ισχύον δίκαιο είναι αμφίβολη ή οριακή.
Πρέπει όμως να λήξει κάποτε αυτή η κατάσταση που εμφανίζει τη νομική επιστήμη ως οιονεί θεραπαινίδα της πολιτικής. Κατά πρώτο δε λόγο η επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου οφείλει να αποστασιοποιηθεί, όσο είναι αντικειμενικά και υποκειμενικά εφικτό, από την εμπλοκή αυτήν, η οποία βέβαια δεν ταυτίζεται με την επισημανθείσα εγγενή και πάγια διαπλοκή δικαίου και πολιτικής. Και προς τούτο αποφασιστική μπορεί να αποβεί η συμβολή των συνταγματολόγων με την «αυτοσυγκράτηση» τους αλλά και με την ποιότητα του επιστημονικού τους λόγου.
Δυστυχώς δεν τείνει προς αυτή την κατεύθυνση ούτε το περιεχόμενο ούτε η διατύπωση του άρθρου του κ. Ευ. Βενιζέλου που δημοσιεύθηκε στο προηγούμενο τεύχος του «Νομικού Βήματος» (39.1313 επ.) υπό τον τίτλο «Η αναπλήρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας και η δοκιμασία της ερμηνείας του Συντάγματος», με το οποίο επιχειρεί να αντικρούσει όσα ανέπτυξα μαζί με τον συνάδελφο Αντ. Μανιτάκη στη μελέτη μας με τίτλο «Ο θεσμός της αναπλήρωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά το ισχύον Σύνταγμα» που δημοσιεύθηκε στο «Νομικό Βήμα» 39. 1-41.
Όσον αφορά μεν τη νομική επιχειρηματολογία, το κείμενο του κ. Β. δεν προσθέτει κανένα νέο επιχείρημα ούτε επαναλαμβάνει κάποιο παλαιότερο με τρόπο πιο συστηματικό ή με εμβάθυνση. Συνεπώς δεν νομίζω ότι χρειάζεται απάντηση επί της ουσίας. Το μόνο που χρειάζεται είναι η επισήμανση της επιτηδειότητας του αρθρογράφου να μεταβάλλει τη βάση της συζήτησης και να την μεταφέρει σε άλλα επίπεδα, που τα θεωρεί πρόσφορα για την παρουσίαση των απόψεων του ως ορθών, στην αγχώδη προσπάθεια του να κάνει «τον ήττονα λόγον κρείττω». Πάντως διερωτώμαι αν, δυοίν θάτερον: δεν μπόρεσε ο κ. Β. να κατανοήσει τις θέσεις μας ή τις παραποιεί ηθελημένως, παραπλανώντας έτσι τον αναγνώστη.
Όσον αφορά δε το ύφος που ο αρθρογράφος επέτρεψε στον εαυτό του να χρησιμοποιήσει, τούτο επιρρωννύει την απόφαση μου να μην απαντήσω. Διότι αλλιώς θα ήμουν υποχρεωμένος να μιλήσω χωρίς καλωσύνη. Όταν αυτάρεσκα φθέγγεται με δοκησίσοφο ύφος ότι: «Εγώ αρνούμαι να αποδεχθώ αυτή τη μέθοδο,..., δεν είμαι καθόλου έτοιμος να συμφωνήσω..., θεωρώ αξιοπερίεργο το γεγονός», και όταν προσάπτει στη μελέτη μας «παράδοξα», «φαντασίες θεωρητικών», «σύγχυση», «πλημμέλειες», «ανενδοίαστη», «αντιφατική» και «απλουστευτική» θέση, «που αδυνατεί να διαχωρίσει, να αξιολογήσει και να συνθέσει» κ.τ.τ., είναι απορίας άξιον πώς δεν έχει συναίσθηση ότι, γράφοντας αυτά, κάνει λάθος στη διεύθυνση και ότι ένα κείμενο διάσπαρτο από τέτοιους χαρακτηρισμούς υποβιβάζει το επίπεδο της συζήτησης και προδίδει πάντως ένδεια επιστημονικών επιχειρημάτων. Παράλληλα δεν διστάζει να μας κατηγορήσει για «επιστημολογικό ηθικισμό», όπως θα έκανε ένας επιστημολογικά αμοραλιστής. Ένα πρόσθετο δείγμα ύφους αλλά και ήθους είναι ότι, μνημονεύοντας στη σημείωση 11 του άρθρου του τα όσα του καταλογίσαμε (ΝοΒ 39. 28-29 και αυτ. σημ. 59) για την βοερά εσφαλμένη επιχειρηματολογία που είχε σπεύσει πρόχειρα να διατυπώσει σχετικά με την περίπτωση της αναπλήρωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας συλλογικά από την Κυβέρνηση, εμφανίζεται τώρα ζητώντας και «ρέστα», και μάλιστα «υφολογικά, επιστημονικά και πολιτικά»...
Δεν μπορώ να αποσιωπήσω πόσο απογοητευτικά με αιφνιδίασε η «απάντηση» του κ. Βενιζέλου. Διότι, το γεγονός ότι υπήρξε μαθητής μου με έκανε να ελπίζω ότι θα μπορούσα να αναμείνω εκ μέρους του περισσότερο μέτρο στην προπέτεια και ολιγότερη μετριότητα στα νομικά του.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου