Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

Πάλι με μπέρδεψαν!!!

 Γράφει ο Σωτήριος Καλαμίτσης

Στις προεκλογικές για την Ευρωβουλή κόντρες διαγκωνίζονται τα πωλητικά κώματα ως προς το τί θα κάνουν για τη βελτίωση του κράτους και της ζωής τών πολιτών. Ακριβώς όπως γίνεται τα τελευταία 200 χρόνια χωρίς αποτέλεσμα. Κανείς δεν αναφέρεται στους σκοπούς,  στα έργα και...

στα επιτεύγματα της Ευρωβουλής πολύ δε περισσότερο στο τί έχουν προσφέρει μέχρι σήμερα οι εν ενεργεία ευρωβουλευτές μας ή, έστω, οι προκάτοχοί τους. Ούτε ο Γεωργούλης ούτε η Καϊλή ούτε ο Μεϊμαράκης ούτε ο εκ νέου υποψήφιος με άλλο κώμα Ζαγοράκης. 

        Και να ‘σου έρχεται και η δικαστική απόφαση για την τραγωδία στο Μάτι.  Πολλοί αθώοι και θωπεία στους καταδικασθέντες. Νέα κόντρα των κωμάτων. Ακούω και διαβάζω, ότι  η άκρως επιεικής [;] δικαστική κρίση οφείλεται στον Ποινικό Κώδικα  που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ λίγο πριν από τις εκλογές του 2019 και εφάρμοσε το δικαστήριο. Καμμία λεπτομέρεια. Ψάχτηκα λοιπόν και ανεκάλυψα τούτα.


          Στον Ποινικό Κώδικα του Αλαίκσοις [ΦΕΚ-Α-95/2019] το άρθρο 302 ορίζει: 

«Ανθρωποκτονία από αμέλεια

 Όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών».


         Το ταυτάριθμο άρθρο του μεταγλωττισθέντος στη δημοτική [ΦΕΚ-Α-106/1985] Ποινικού Κώδικα, ήτοι του ν. 1492/1950, όπως ίσχυε, που αντικατέστησε ο Αλαίκσοις όριζε

            «1. Οποιος επιφέρει από αμέλεια  τον θάνατο άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών…..» 


       Άρα, όσον αφορά τα όρια τής ποινής [3μήνες έως 5 έτη], ο νόμος του 1950 και ο νόμος του 2019 ταυτίζονται. Κατά τί, λοιπόν, ευνοήθηκαν από τον νόμο του Αλαίκσοις οι καταδικασθέντες για το Μάτι; Κατ’ ουδέν.

     Ίσως, όμως, να βρίσκεται αλλού η διαφορά που επιτρέπει στο μεν κυβερνών κώμα να μέμφεται τον ΣΥΡΙΖΑ για την εξ αιτίας του ευνοϊκή  μεταχείριση των καταδικασθέντων στον δε λαλίστατο σύζυγο του Τάιλερ να σφυράει αδιάφορα [μπαρδόν, αδιαμεσολάβητα ήθελα να γράψω]. Μήπως στην αναστολή εκτέλεσης των επιβληθεισών ποινών; 

           Αντί άλλων αντιγράφω από άρθρο του κ.  Μιχαήλ Θ. Ντόστα, Προέδρου Πρωτοδικών, ο οποίος, κατέχων προφανώς πολύ περισσότερα εμού,  έγραφε την 08.02.2021 συγκρίνων τους νόμους του 1950 και του 2019 ως προς την αναστολή έκτισης των στερητικών τής ελευθερίας ποινών [ΣΗΜ: η υπογράμμιση δική μου]:

«…Β) Σύγκριση άρθρων 99 – 100 παλαιού ΠΚ με άρθρο 99 νέου ΠΚ.

Τείνει να επικρατήσει η άποψη ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο αναστολής εκτέλεσης της ποινής επί ποινών φυλάκισης μέχρι τριών ετών είναι ηπιότερο από το παλαιό, καθότι επιτρέπει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ακόμη και σε καταδικασθέντες, οι οποίοι έχουν προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες σε στερητικές της ελευθερίας ποινές συνολικά υπερβαίνουσες το ένα έτος (βλ. χαρακτηριστικά την ΤριμΠλημΑθ 2371/2019, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε ιστοσελίδα δικαστικού ενδιαφέροντος). Κατά τη γνώμη μου η συνολική, όπως επιβάλλεται βάσει των όσων ήδη αναφέρθηκαν, σύγκριση του παλαιού θεσμικού πλαισίου (άρθρα 99 – 100 προϊσχύσαντος ΠΚ) με τις διατάξεις των άρθρων 99 – 100 του νέου ΠΚ καταδεικνύει ότι οι παλαιές διατάξεις ήταν επιεικέστερες για τον κατηγορούμενο και πρέπει να εφαρμόζονται στο σύνολό τους βάσει και των όσων ορίζονται στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 465 του νέου ΠΚ. Και αυτό γιατί: α) με το παλαιό θεσμικό πλαίσιο για καταδικασθέντες σε ποινές φυλάκισης μέχρι τριών ετών δεν επιτρέπονταν η εξάρτηση της αναστολής από όρους ενώ σήμερα αυτό επιτρέπεται ανεξαρτήτως του ύψους της ποινής φυλάκισης (βλ. άρθρο 100 παρ.1 και 3 του παλαιού ΠΚ σε αντιδιαστολή με το άρθρο 99 παρ.2 του νέου ΠΚ) και β) σε περίπτωση κρίσης του δικαστηρίου για το ότι η αναστολή δεν επαρκεί για την αποτροπή του καταδίκου από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων η ποινή μετατρέπονταν σε χρηματική (άρθρο 99 σε συνδ. με άρθρο 82 παλαιού ΠΚ) ενώ υπό το νέο καθεστώς διατάσσεται η πραγματική έκτιση μέρους της ποινής με εγκλεισμό σε κατάστημα κράτησης (βλ. άρθρο 100 νέου ΠΚ). Για να κατανοηθεί η πρακτική σημασία που έχει για την τύχη του καταδικασθέντος η υιοθέτηση της μίας ή της άλλης άποψης από το δικαστήριο ας τεθεί ένα παράδειγμα: Ο Α καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης ενός έτους για κλοπή τελεσθείσα πριν από τις 30.6.2019.

Από την επισκόπηση του ποινικού του μητρώου προκύπτει ότι αυτός στο παρελθόν έχει καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές κάθειρξης για αδικήματα όπως διακεκριμένες κλοπές, ληστείες κ.λπ.: α) εάν εφαρμοστούν οι παλαιές διατάξεις, η ποινή θα μετατραπεί σε χρηματική λόγω του βεβαρημένου ποινικού του μητρώου, β) αν εφαρμοστεί η νέα διάταξη του άρθρου 99 ΠΚ το δικαστήριο κατ’ αρχήν θα πρέπει να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής. Ωστόσο, αν κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι δεν επαρκεί η αναστολή για να τον αποτρέψει από διάπραξη νέων αξιόποινων πράξεων, θα πρέπει ή να του θέσει όρους κατ’ άρθρο 99 παρ.2 ΠΚ ή να διατάξει την πραγματική έκτιση μέρους της επιβληθείσας ποινής κατ’ άρθρο 100 ΠΚ και γ) αν εφαρμοστεί η αντισυνταγματική κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα πρακτική να συνδυαστούν παλαιές και νέες διατάξεις, ώστε να επιτευχθεί το βέλτιστο για τον καταδικασθέντα αποτέλεσμα, τότε πρέπει κατ’ αρχήν να ανασταλεί η εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αφού αυτή είναι κατώτερη των τριών ετών, και αν, ενόψει του ποινικού μητρώου και των λοιπών περιστάσεων, κριθεί ότι η αναστολή αυτή δεν επαρκεί για να τον αποτρέψει από νέες αξιόποινες πράξεις, τότε το δικαστήριο θα μετατρέψει την ποινή κατ’ άρθρο 82 του παλαιού ΠΚ σε χρηματική, καθότι η λύση αυτή είναι ευνοϊκότερη από την πραγματική έκτιση μέρους της ποινής, που προβλέπουν οι νέες διατάξεις.

Περιοριστικοί όροι κατ’ άρθρο 99 παρ.2 του νέου ΠΚ δεν θα μπορούν να τεθούν, καθότι υπό το παλαιό δίκαιο τέτοιοι όροι μπορούσαν να τεθούν μόνο για ποινές φυλάκισης υπερβαίνουσες τα τρία έτη ενώ είναι πολύ δυσχερής η σύγκριση και μάλιστα με αντικειμενικά κριτήρια σχετικά με το αν η επιβολή στο καταδικασθέντα τέτοιων όρων (π.χ. το να αποζημιώσει τον παθόντα, να καταβάλει χρηματικό ποσό για κοινωφελείς σκοπούς, να παρακολουθεί συνεδρίες με επιμελητή κοινωνικής αρωγής ή να του αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης) είναι ευμενέστερη από το να κατέβαλε κάποιο ποσό για την «εξαγορά» τής ποινής του.»

        Τίθεται, τέλος, και άλλο ζήτημα. Αυτό της μετατροπής της ποινής φυλάκισης σε χρηματική. Ο Ποινικός Κώδικας που ίσχυε μέχρι τον νόμο του ΣΥΡΙΖΑ όριζε: 

    «΄Αρθρο 82

 1. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή, που δεν υπερβαίνει το ένα έτος μετατρέπεται σε χρηματική ποινή ή πρόστιμο. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από ένα έτος και δεν υπερβαίνει τα δύο μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν ο δράστης είναι υπότροπος και το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων. Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφαση του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων…..»

        Το άρθρο αυτό καταργήθηκε από τον νόμο τού ΣΥΡΙΖΑ με το σκεπτικό, όπως γράφει η αιτιολογική έκθεση του νόμου, ότι  πρόκειται για ένα μέτρο άδικο  που  γίνεται διαφορετικά αντιληπτό από άτομα τα οποία διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα και διαφορετικά από εκείνους που δε διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για την πληρωμή της μετατραπείσης ποινής. Τούτου έπεται, ότι και η μετατροπή τής στερητικής τής ελευθερίας ποινής τών καταδικασθέντων για το Μάτι σε χρηματική έγινε με τον ευνοϊκότερο νόμο που ίσχυε πριν από τον νόμο του ΣΥΡΙΖΑ. Με βάση τη θεμελιώδη αρχή τού ποινικού δικαίου, ότι ο κατηγορούμενος κρίνεται βάσει των διατάξεων τόσο του ουσιαστικού όσο και του δικονομικού ποινικού δικαίου που ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, εκτός αν έκτοτε έχουν θεσπισθεί ευνοϊκότερες διατάξεις, οπότε εφαρμόζονται οι μεταγενέστερες ευνοϊκές διατάξεις, ορθώς το δικαστήριο εφάρμοσε τις προ του νόμου τού Αλαίκσοις  διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες από αυτές που θέσπισε ο Αλαίκσοις. 

     Εν κατακλείδι: στη δίκη για το Μάτι εφαρμόσθηκε εν συνόλω ο προ του νόμου του ΣΥΡΙΖΑ ισχύων το 2018 Ποινικός Κώδικας που ήταν ευμενέστερος τόσο ως προς την ποινή όσο και ως προς την αναστολή έκτισης και τη μετατροπή της.  

   Έτσι, τα εκατομμύρια των μη νομικών τηλεθεατών και ακροατών ασπάζονται την άποψη που διαδίδει το κυβερνών κώμα ανερυθριάστως και μέμφονται τη Δικαιοσύνη και τον Αλαίκσοις. Όχι πως η Δικαιοσύνη δεν νοσεί, αλλά είναι υποχρεωμένη να εφαρμόζει τους νόμους που ψηφίζει η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία τηρώντας την θεμελιώδη αρχή του ποινικού δικαίου: ο κατηγορούμενος δικάζεται με τον ευμενέστερο γι’ αυτόν νόμο που ίσχυε είτε κατά την τέλεση του αδικήματος είτε μεταγενεστέρως. Της αρέσει δεν της αρέσει.    


Σώτος

Υ.Γ.

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου