
Η Ελλάδα που μετράει τους τοίχους σαν πλούτο, τους ανθρώπους σαν βάρος και μετά λέει στον φτωχό ιδιοκτήτη: «πούλα».
του Μιχάλη Χαιρετάκη
Υπάρχει μια κατηγορία Ελλήνων που το κράτος τους θεωρεί πλούσιους και η ζωή τους αντιμετωπίζει σαν επαίτες. Δεν έχουν λεφτά στην τράπεζα. Δεν έχουν εισόδημα να ξοδέψουν. Έχουν τοίχους. Και πάνω σε αυτούς τους τοίχους..... ολόκληρο το σύστημα έχει στήσει έναν μηχανισμό που πρώτα τους βαφτίζει εύπορους, μετά τους γδέρνει σαν εύπορους, και στο τέλος τους κατηγορεί που ζουν σαν φτωχοί.
Ας τους γνωρίσουμε. Είναι παντού γύρω σας. Ίσως είστε ένας από αυτούς.
Οι άνθρωποι πίσω από τα τετραγωνικά
Ο Νίκος, ο «εκατομμυριούχος» των 850 ευρώ
Ο Νίκος είναι 43. Δουλεύει σε αποθήκη. Καθαρά παίρνει 850 ευρώ. Όχι επειδή είναι τεμπέλης. Όχι επειδή «δεν προσπάθησε». Έτσι πληρώνεται η δουλειά στην Ελλάδα όταν δεν έχεις βύσμα, δεν ανήκεις σε κύκλωμα και δεν πουλάς αέρα σε συνέδρια ανάπτυξης.
Μένει στο γονικό διαμέρισμα. Τρίτος όροφος, πολυκατοικία του ’70, 85 τετραγωνικά, ασανσέρ που χαλάει, σωληνώσεις για αλλαγή, κουφώματα που μπάζουν τον χειμώνα και βράζουν το καλοκαίρι. Το σπίτι δεν του αποφέρει ούτε ένα ευρώ. Δεν το νοικιάζει, δεν το εκμεταλλεύεται, δεν είναι επένδυση. Εκεί κοιμάται.
Αλλά η περιοχή «ανέβηκε». Airbnb, καφέ με ξύλινα τραπέζια, ξένοι που ψάχνουν «authentic Athens experience», μεσίτες που μυρίζουν αίμα και funds που κοιτάνε τα τετραγωνικά σαν κρέας στο τσιγκέλι. Στα χαρτιά, το διαμέρισμα αποτιμάται 220.000 με 280.000 ευρώ. Άρα ο Νίκος είναι πλούσιος. Έτσι λέει η αγορά. Έτσι λέει η στατιστική. Έτσι τον κοιτάει και το κράτος.
Μόνο που ο «πλούσιος» Νίκος μετράει αν θα βάλει 20 ή 30 ευρώ βενζίνη. Αναβάλλει τον οδοντίατρο. Δεν αλλάζει θερμοσίφωνα. Δεν βάζει κλιματιστικό από φόβο για τον λογαριασμό. Το ψυγείο του δεν ξέρει ότι κάθεται μέσα σε ακίνητο «μεγάλης αξίας».
Μόνο που ο «πλούσιος» Νίκος μετράει αν θα βάλει 20 ή 30 ευρώ βενζίνη. Αναβάλλει τον οδοντίατρο. Δεν αλλάζει θερμοσίφωνα. Δεν βάζει κλιματιστικό από φόβο για τον λογαριασμό. Το ψυγείο του δεν ξέρει ότι κάθεται μέσα σε ακίνητο «μεγάλης αξίας».
Η Μαρία και ο Κώστας, με έναν μισθό και μία ανεργία
Ο Κώστας βγάζει 1.100 ευρώ καθαρά. Η Μαρία είναι άνεργη εννέα μήνες, όχι από επιλογή. Έστελνε βιογραφικά, πήγε σε συνεντεύξεις, άκουσε τα γνωστά: «θα σας ειδοποιήσουμε», «ψάχνουμε κάποιον πιο ευέλικτο», «η θέση είναι part-time αλλά θέλουμε πλήρη διαθεσιμότητα». Ένα παιδί στο γυμνάσιο.
Ζουν στο σπίτι που κληρονόμησε η Μαρία από τους γονείς της. Περιοχή κάποτε εργατική, ανθρώπινη , τώρα «αναβαθμίζεται», δηλαδή ακριβαίνει, δηλαδή διώχνει αυτούς που την κράτησαν όρθια. 100 τετραγωνικά 2ος όροφος. Στα χαρτιά: περιουσία 350.000–400.000. Στην πράξη: ένας μισθός, ένα παιδί, λογαριασμοί, φόροι, σούπερ μάρκετ, φροντιστήριο που κόπηκε, διακοπές που έγιναν ανάμνηση και η μόνιμη αγωνία μη χαλάσει κάτι σοβαρό, γιατί τότε η «περιουσία» θα τους κοιτάζει ειρωνικά από τους τοίχους.
Η Ελένη και ο Τάσος, με ένα μωρό και μια λίστα αναμονής
Νέο ζευγάρι, ένα μωρό δύο χρονών. Πήραν με γονική παροχή ένα μικρό διαμέρισμα , το «κεφάλι τους», όπως λένε οι γονείς. Δουλεύουν και οι δύο, βγάζουν μαζί γύρω στα 2.000 καθαρά. Θέλουν να γράψουν το παιδί σε δημοτικό παιδικό σταθμό μέσω ΕΣΠΑ, γιατί ο ιδιωτικός κοστίζει 350–450 ευρώ τον μήνα , δηλαδή έναν ολόκληρο μισθό μειωμένο.
Και εδώ έρχεται το πρώτο χαστούκι: το «εισόδημά» τους δεν είναι μόνο ο μισθός. Είναι ο μισθός συν το τεκμαρτό που τους φορτώνει το σπίτι. Λίγα ευρώ πάνω από το όριο, και η μοριοδότηση τους πετάει κάτω από τη γραμμή. Χάνουν τη δωρεάν θέση. Πληρώνουν ιδιωτικό. Γιατί; Επειδή έχουν σπίτι. Επειδή είναι «εντάξει». Επειδή είναι «προνομιούχοι».
Και εδώ έρχεται το πρώτο χαστούκι: το «εισόδημά» τους δεν είναι μόνο ο μισθός. Είναι ο μισθός συν το τεκμαρτό που τους φορτώνει το σπίτι. Λίγα ευρώ πάνω από το όριο, και η μοριοδότηση τους πετάει κάτω από τη γραμμή. Χάνουν τη δωρεάν θέση. Πληρώνουν ιδιωτικό. Γιατί; Επειδή έχουν σπίτι. Επειδή είναι «εντάξει». Επειδή είναι «προνομιούχοι».
Ο Γιώργος, ο συνταξιούχος που κάθεται «πάνω σε μισό εκατομμύριο»
67 χρονών. Σύνταξη 760 ευρώ. Η γυναίκα του πέθανε. Μένει μόνος σε μια παλιά μονοκατοικία που έχτισε ο πατέρας του με δάνεια, ιδρώτα και την παλιά ελληνική τρέλα: «να αφήσουμε ένα κεραμίδι στα παιδιά».
Αυλή , όχι πισίνα, αυλή. Μια λεμονιά, ένα σκουριασμένο κάγκελο, υγρασία στον πίσω τοίχο. Αλλά πέρασε μετρό, άνοιξαν γραφεία, ήρθαν επενδυτές. Στα χαρτιά ο Γιώργος κάθεται πάνω σε μισό εκατομμύριο. Στην πράξη κάθεται σε μια παλιά καρέκλα κουζίνας και υπολογίζει αν θα ανάψει θέρμανση ή θα βάλει δεύτερη ζακέτα. Ένας «εκατομμυριούχος» που ψωνίζει προσφορές και δεν αλλάζει γυαλιά γιατί είναι ακριβά.
Τέσσερις άνθρωποι. Όλοι ιδιοκτήτες. Όλοι «τυχεροί». Όλοι, στην πραγματική ζωή, όμηροι.
Γιατί η Ελλάδα δεν ρωτάει αν έχεις εισόδημα. Ρωτάει αν έχεις τοίχους. Δεν ρωτάει αν το ακίνητο αποφέρει χρήμα , ρωτάει αν υπάρχει. Δεν ρωτάει αν μπορείς να πληρώσεις , ρωτάει πόσο αποτιμάται. Δεν ξεχωρίζει τον επενδυτή από τον άνθρωπο που απλώς δεν θέλει να γίνει άστεγος με συμβόλαιο.
Γιατί η Ελλάδα δεν ρωτάει αν έχεις εισόδημα. Ρωτάει αν έχεις τοίχους. Δεν ρωτάει αν το ακίνητο αποφέρει χρήμα , ρωτάει αν υπάρχει. Δεν ρωτάει αν μπορείς να πληρώσεις , ρωτάει πόσο αποτιμάται. Δεν ξεχωρίζει τον επενδυτή από τον άνθρωπο που απλώς δεν θέλει να γίνει άστεγος με συμβόλαιο.
Και τότε χτυπάει η πόρτα το κράτος
Πάνω στον Νίκο των 850 ευρώ, πάνω στη Μαρία και τον Κώστα, πάνω στην Ελένη με το μωρό, πάνω στον Γιώργο των 760, έρχεται η πολιτεία. Όχι για να ρωτήσει πώς ζουν. Όχι για να δει αν αντέχουν. Όχι για να ξεχωρίσει αυτόν που έχει ένα σπίτι από αυτόν που έχει είκοσι. Έρχεται με τον χάρακα: Ε9, αντικειμενικές, συντελεστές, ζώνες, τετραγωνικά, τέλη, τεκμήρια, πίνακες.
Και λέει μια φράση που τη σερβίρει σαν χαρμόσυνο νέο:
«Το σπίτι σου αξίζει περισσότερο.»
«Το σπίτι σου αξίζει περισσότερο.»
Σαν να ανέβηκε ο μισθός του Νίκου. Σαν να βρήκε δουλειά η Μαρία. Σαν να αυξήθηκε η σύνταξη του Γιώργου. Σαν να γέμισε μόνο του το ψυγείο. Σαν να πλήρωσαν οι τοίχοι το ρεύμα. Σαν να πήγε το μπαλκόνι στο σούπερ μάρκετ και γύρισε με σακούλες.
Το κράτος βλέπει αριθμό. Και όπου βλέπει αριθμό, βλέπει λογαριασμό. Δεν το ενδιαφέρει αν η αξία είναι ρευστή, αν μπορείς να την αξιοποιήσεις, αν το σπίτι είναι η μοναδική στέγη, αν η «υπεραξία» είναι προϊόν μιας αγοράς που ξέφυγε , μιας τουριστικής πίεσης, μιας κερδοσκοπικής φούσκας, μιας πολιτικής που παρέδωσε τις πόλεις στα κεφάλαια και μετά έκανε πως εκπλήσσεται με τις τιμές.
Το κράτος βλέπει αριθμό. Και όπου βλέπει αριθμό, βλέπει λογαριασμό. Δεν το ενδιαφέρει αν η αξία είναι ρευστή, αν μπορείς να την αξιοποιήσεις, αν το σπίτι είναι η μοναδική στέγη, αν η «υπεραξία» είναι προϊόν μιας αγοράς που ξέφυγε , μιας τουριστικής πίεσης, μιας κερδοσκοπικής φούσκας, μιας πολιτικής που παρέδωσε τις πόλεις στα κεφάλαια και μετά έκανε πως εκπλήσσεται με τις τιμές.
Ο λογαριασμός που δεν τελειώνει ποτέ
Ας μετρήσουμε. Γιατί η οργή χρειάζεται αριθμούς, όχι μόνο επίθετα. Η φουσκωμένη αξία της κατοικίας δεν είναι μία επιβάρυνση· είναι η μητρική μήτρα από την οποία γεννιούνται όλες οι άλλες. Ανεβαίνει η αντικειμενική και πίσω της τραβιέται μια ολόκληρη αλυσίδα:
ΕΝΦΙΑ. Ο φόρος που πληρώνεις κάθε χρόνο όχι για να κερδίσεις κάτι από το σπίτι, αλλά για το προνόμιο να το έχεις. Όσο ανεβαίνει η αντικειμενική, ανεβαίνει κι αυτός και στα ακριβότερα ακίνητα προστίθεται και ο συμπληρωματικός. Ο Γιώργος δεν έβγαλε ευρώ από την «υπεραξία» του· τον λογαριασμό όμως τον πληρώνει σε μετρητά που δεν έχει.
ΤΑΠ (Τέλος Ακίνητης Περιουσίας). Κρυμμένο στον λογαριασμό του ρεύματος, υπολογισμένο πάνω στην ίδια αντικειμενική. Ανεβαίνει η αξία, ανεβαίνει σιωπηλά κι αυτό , μέσα στον λογαριασμό που ήδη τρέμεις να ανοίξεις.
Δημοτικά τέλη (καθαριότητα–φωτισμός). Πάνω στα τετραγωνικά. Ο Γιώργος με την αυλή και τη μεγάλη μονοκατοικία πληρώνει σαν να βγάζει εισόδημα από κάθε τετραγωνικό, ενώ τα μισά δωμάτια είναι κλειστά γιατί δεν αντέχει να τα ζεστάνει.
Τεκμήριο διαβίωσης. Εδώ η κοροϊδία γίνεται σχεδόν τέχνη. Το κράτος υπολογίζει πόσο «πρέπει» να ξοδεύεις για να ζεις σε αυτά τα τετραγωνικά, και αν το πραγματικό σου εισόδημα είναι μικρότερο, σε φορολογεί σαν να έβγαλες τη διαφορά. Δηλαδή: σε φορολογεί για λεφτά που δεν είδες ποτέ, επειδή έχεις σπίτι μεγαλύτερο από την τσέπη σου.
Φόρος μεταβίβασης. Αν τολμήσεις να αλλάξεις σπίτι , να πάρεις κάτι μικρότερο, πιο φτηνό στη συντήρηση , πληρώνεις φόρο μεταβίβασης πάνω στην αντικειμενική. Σε χρεώνουν για να ξεφορτωθείς το βάρος που σου φόρτωσαν.
Φόρος κληρονομιάς και γονικής παροχής. Όταν ο Γιώργος φύγει, τα παιδιά του θα κληρονομήσουν το «μισό εκατομμύριο». Και θα κληθούν να βρουν μετρητά για να κρατήσουν το κεραμίδι που δεν τους έδωσε ποτέ ούτε ευρώ.
Έξι επιβαρύνσεις. Όλες με μία ρίζα: μια θεωρητική αξία που κανείς από αυτούς δεν μπορεί να φάει, να κόψει, να ξοδέψει.
Και μετά σου παίρνουν και τα ευεργετήματα
Και μετά σου παίρνουν και τα ευεργετήματα
Αν νομίζετε ότι το κακό σταματάει στους φόρους, δεν έχετε καταλάβει το μέγεθος της παγίδας. Η φουσκωμένη αξία και το τεκμαρτό εισόδημα δεν σου παίρνουν μόνο χρήματα μέσα από τους φόρους , σου κλείνουν και τις πόρτες των ευεργετημάτων. Γιατί στην Ελλάδα τα περισσότερα κοινωνικά μέτρα κρίνονται με κριτήρια εισοδήματος και περιουσίας. Και η «περιουσία» σου, στα χαρτιά, σε εκτοξεύει σε άλλη κατηγορία ανθρώπων: στους «εύπορους» που δεν τα δικαιούνται.
Παιδικός σταθμός ΕΣΠΑ. Η Ελένη και ο Τάσος το έζησαν: λίγα ευρώ πάνω από το όριο , εξαιτίας του τεκμαρτού του σπιτιού και η δωρεάν θέση χάθηκε. Αποτέλεσμα: ιδιωτικός παιδικός, 350–450 ευρώ τον μήνα, 3.500–4.500 ευρώ τον χρόνο. Όσο ένας μισθός. Για ένα ζευγάρι που το μόνο «λάθος» του ήταν ότι έχει σπίτι.
Επίδομα παιδιού (Α21). Κρίνεται σε εισοδηματικές κλίμακες όπου μετράει και το τεκμαρτό. Όταν το σπίτι «ανεβάζει» το τεκμαρτό, η οικογένεια πέφτει σε χαμηλότερη κλίμακα ή κόβεται εντελώς. Λιγότερα ευρώ τον μήνα, για παιδιά που τρώνε το ίδιο φαγητό με όλα τα παιδιά.
Επίδομα θέρμανσης. Εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Ο Γιώργος, που τρέμει να ανάψει το καλοριφέρ, μπορεί να βρεθεί εκτός , επειδή η μονοκατοικία του «αξίζει» πολλά. Το κράτος του λέει: δεν δικαιούσαι βοήθεια για να ζεσταθείς, γιατί κάθεσαι πάνω σε μισό εκατομμύριο που δεν μπορείς να αγγίξεις.
Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο (φθηνό ρεύμα). Ίδια λογική. Όριο εισοδήματος και περιουσίας. Όποιος έχει σπίτι «μεγάλης αξίας» κόβεται από το φθηνότερο ρεύμα και πληρώνει την ακριβή τιμή, μέσα στο ίδιο σπίτι που δεν μπορεί να ζεστάνει.
Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα. Έχει ρητό όριο αξίας ακίνητης περιουσίας. Ο άνεργος ιδιοκτήτης μπορεί να πεινάει , αλλά αν το σπίτι του «αξίζει» πάνω από το όριο, δεν δικαιούται ούτε αυτό το τελευταίο δίχτυ. Φτωχός χωρίς δικαίωμα στη φτώχεια.
Φοιτητικά : σίτιση, στέγαση, μειωμένα. Δωρεάν φαγητό, φοιτητική εστία, στεγαστικά: όλα κρίνονται σε εισόδημα και περιουσία. Το παιδί της Μαρίας, που αύριο θα σπουδάζει σε άλλη πόλη, μπορεί να βρεθεί εκτός δωρεάν σίτισης , γιατί η μητέρα του «έχει σπίτι». Δηλαδή το παιδί πληρώνει το συσσίτιο επειδή η γιαγιά άφησε ένα δωμάτιο.
Καταλαβαίνετε τον μηχανισμό; Από τη μία μεριά σε φορολογούν σαν πλούσιο. Από την άλλη σου κόβουν τα ευεργετήματα του φτωχού. Πέφτεις στο κενό ανάμεσα: πολύ «πλούσιος» για να σε βοηθήσουν, πολύ φτωχός για να ζήσεις.
Η αριθμητική της απάτης ένα παράδειγμα
Πάρτε μια νέα οικογένεια με ένα μικρό παιδί, ιδιοκτήτες ενός σπιτιού που «αποτιμάται» στα 280.000. Να τι αλλάζει μέσα σε μία χρονιά , όχι από αλλαγή στη ζωή τους, αλλά από αλλαγή στον χάρακα του κράτους:
ΕΝΦΙΑ + ΤΑΠ ~ 500–700 € 0
Δημοτικά τέλη ~ 200–300 € 0 €
Παιδικός σταθμός (χαμένη θέση ΕΣΠΑ) ~ 3.500–4.500
Επίδομα παιδιού (μειωμένο/κομμένο) ~ 600–900 €
Επίδομα θέρμανσης (χαμένο) ~ 300–500 €
Κοινωνικό τιμολόγιο ρεύματος (χαμένο) ~ 150–250 €
ΣΥΝΟΛΟ ζημιάς ανά έτος ~ 5.250–7.150 €
ΕΝΦΙΑ + ΤΑΠ ~ 500–700 € 0
Δημοτικά τέλη ~ 200–300 € 0 €
Παιδικός σταθμός (χαμένη θέση ΕΣΠΑ) ~ 3.500–4.500
Επίδομα παιδιού (μειωμένο/κομμένο) ~ 600–900 €
Επίδομα θέρμανσης (χαμένο) ~ 300–500 €
Κοινωνικό τιμολόγιο ρεύματος (χαμένο) ~ 150–250 €
ΣΥΝΟΛΟ ζημιάς ανά έτος ~ 5.250–7.150 €
Τα νούμερα είναι ενδεικτικά· αλλάζουν ανά δήμο, ανά έτος, ανά εισόδημα και ανά οικογενειακή κατάσταση. Η λογική όμως δεν αλλάζει: μια οικογένεια χάνει το ισοδύναμο ενός μισθού τον χρόνο όχι επειδή κέρδισε κάτι, αλλά επειδή «έχει σπίτι».
Η πιο κυνική λέξη της εποχής: «πούλα»
Κάποιος, με τη σιγουριά αυτού που δεν έζησε ποτέ έτσι, θα πει: «να το πουλήσουν». Ωραία. Και μετά; Να πάνε στο ενοίκιο των 800–900 ευρώ, για σπίτι μικρότερο, χειρότερο, ξένο; Να φάνε σιγά σιγά τα λεφτά της πώλησης για να πληρώνουν το δικαίωμα να αναπνέουν κάτω από άλλο ταβάνι;
Η πώληση της πρώτης κατοικίας δεν είναι λύση όταν η αγορά ενοικίων έχει γίνει μηχανή άλεσης. Είναι απλώς αλλαγή στη μορφή της φτώχειας: από ιδιοκτήτης χωρίς ρευστό, γίνεσαι ενοικιαστής με ημερομηνία λήξης. Πούλα, σου λένε. Πούλα το σπίτι σου δηλαδή πούλα την άμυνά σου. Πούλα τη μνήμη σου. Πούλα το τελευταίο που σε χωρίζει από τον δρόμο. Και μετά πήγαινε να νοικιάσεις στην ίδια αγορά που σε έδιωξε.
Αυτό δεν είναι οικονομική πολιτική. Είναι κοινωνικός σαδισμός με λογιστικό προσωπείο.
Φορολογούν την αδυναμία φυγής
Ο άφραγκος ιδιοκτήτης είναι ο τέλειος φορολογούμενος. Δεν μπορεί να κρύψει το σπίτι. Δεν μπορεί να το μεταφέρει. Δεν μπορεί να το στείλει offshore, να το παρκάρει σε λογαριασμό εξωτερικού, να το χώσει σε εταιρικό σχήμα με δικηγόρους και λογιστές. Το σπίτι είναι εκεί: ακίνητο, δηλωμένο, εύκολο, σιωπηλό.
Έτσι το κράτος δεν χρειάζεται να κυνηγήσει την πραγματική ισχύ. Δεν τα βάζει με αυτούς που αγοράζουν μαζικά, που ανεβάζουν τις τιμές, που μετατρέπουν γειτονιές σε επενδυτικά προϊόντα, που κερδίζουν από την κρίση στέγης. Δεν ανοίγει δύσκολες πόρτες. Ανοίγει την πόρτα του Νίκου, της Μαρίας, της Ελένης, του Γιώργου γιατί δεν κλειδώνει.
Δεν χτυπά εκεί όπου υπάρχει δύναμη. Χτυπά εκεί όπου υπάρχει ακινησία. Εκεί όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετακινηθεί. Εκεί όπου η περιουσία δεν είναι εργαλείο κέρδους, αλλά δεσμός ζωής. Φορολογεί τον άνθρωπο επειδή έμεινε κάπου. Επειδή δεν ξεριζώθηκε. Επειδή δεν παρέδωσε ακόμη το τελευταίο του οχυρό στην αγορά.
Ποιον δεν αγγίζουν ποτέ
Στο μεταξύ, ο πραγματικός εισοδηματίας αυτός με τα είκοσι ακίνητα, τα Airbnb, τα funds, τα golden visa , έχει λογιστή. Έχει σχήματα. Έχει τρόπους. Η αξία της δικής του περιουσίας παράγει ρευστό κάθε μήνα, και ταυτόχρονα βρίσκει διαδρόμους να ελαφρύνει τον φόρο. Η αξία της κατοικίας του Γιώργου δεν παράγει τίποτα και πληρώνεται στο ακέραιο. Η ίδια λέξη, «ακίνητο», περιγράφει δύο εντελώς αντίθετες πραγματικότητες· το κράτος προσποιείται ότι δεν το βλέπει.
Η διαφορά ανάμεσα στο «έχω» και στο «μπορώ να ζήσω»
Πρώτα σε βαφτίζουν πλούσιο. Μετά σε φορολογούν ως πλούσιο. Μετά σου κόβουν τα ευεργετήματα του φτωχού. Μετά σε αφήνουν να ζεις σαν φτωχός. Και στο τέλος σε κατηγορούν που δεν πουλάς το σπίτι σου για να αποδείξεις ότι δεν είσαι πλούσιος. Η απόλυτη αντιστροφή: ο άνθρωπος που έχει μόνο ένα σπίτι πρέπει να απολογηθεί επειδή δεν είναι άστεγος.
Το σπίτι δεν είναι εισόδημα. Δεν είναι μισθός. Δεν είναι ρευστό. Το σπίτι, όταν είναι μοναδική κατοικία, είναι καταφύγιο. Και μια πολιτεία που φορολογεί το καταφύγιο σαν πολυτέλεια δεν κάνει απλώς λάθος , αποκαλύπτει ποιον θεωρεί εύκολο θύμα.
Οι άφραγκοι εκατομμυριούχοι δεν είναι παράδοξο. Είναι σχέδιο. Είναι το προϊόν μιας χώρας που φούσκωσε την αξία των σπιτιών, κράτησε παγωμένα τα εισοδήματα, ανέβασε φόρους, τέλη και έξοδα ζωής, έκοψε τα δίχτυα στήριξης και άφησε τον πολίτη με μια περιουσία που δεν μπορεί να φάει, δεν μπορεί να κόψει, δεν μπορεί να ξοδέψει, δεν μπορεί να μετατρέψει σε αξιοπρέπεια χωρίς να χάσει την ίδια του τη στέγη.
Και κάπως έτσι η Ελλάδα ξέχασε τη διαφορά ανάμεσα στο «έχω περιουσία» και στο «μπορώ να ζήσω».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου