Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Η τέχνη του να λατρεύεις να σε απεχθάνονται .

 Τα παλιά χρόνια, όταν ακόμη προσπαθούσαμε να κάνουμε τα πρώτα δημοσιογραφικά μας βήματα, βλέπαμε τους αθλητικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς να κατακλύζονται σταδιακά από ραδιοφωνικούς παραγωγούς αντί για δημοσιογράφους. 

Ο λόγος ήταν απλός: ο ραδιοφωνικός παραγωγός είχε να προσελκύσει ακροατές, με κάθε τρόπο. Ο δημοσιογράφος από την άλλη είχε ως άμεσο στόχο την μεταφορά του ρεπορτάζ. Και επειδή ποτέ δεν ήταν ευχάριστο να αναλύεις συστήματα, προπονητικές σκέψεις ή το ιατρικό δελτίο της κάθε ομάδας το οποίο ανέφερε ποιοι θα παίξουν και ποιοι όχι την Κυριακή, η ίντριγκα ήταν αυτή που πάντα κέρδιζε το παιχνίδι κατά κράτος. 

Τι έκαναν δηλαδή οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί; «Μπρίζωναν» τον κόσμο με τα πάντα. Από μια φάση που ήταν εξόφθαλμη αλλά επέμεναν να τη σχολιάζουν με τρόπο διαφορετικό από αυτό που είχαν δει τα μάτια σου, μέχρι το να εκχυδαΐζουν τις συζητήσεις με λαϊκίστικα σχόλια και να θέτουν ζητήματα κόντρας μεταξύ οπαδών με σκοπό να «ανάψουν τα αίματα». Οι τελευταίοι έμπαιναν στη διαδικασία να απαντούν τηλεφωνικά στον προηγούμενο και αυτό το ραδιοφωνικό γαϊτανάκι μπορούσε πολλές φορές να οδηγήσει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Και όπου όρος «επικίνδυνα μονοπάτια» εσείς βάλτε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση που οδηγεί στα άκρα και πολλές φορές στη βία, με τα γνωστά πλέον σε όλους μας αποτελέσματα. 

Ασφαλώς και δεν είμαι αφελής να πιστεύω ότι η πηγή του κακού ήταν μόνο οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί που καλλιεργούσαν την ίντριγκα· είναι όμως φανερό ότι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στον εκτροχιασμό της κατάστασης, όσο κι αν κάποιοι επιμένουν να αποφεύγουν αυτή την κουβέντα μέχρι και σήμερα. Η αμφισβήτηση του αυταπόδεικτου, το λεγόμενο «τσίγκλισμα» – πατώντας πάνω στον κάλο του οπαδού που αγαπά παθολογικά την ομάδα του – προκάλεσε αντεγκλήσεις, αλλά παράλληλα αύξανε την ακροαματικότητα. Fast Forward στο σήμερα. 

Αν αντικαταστήσεις το αθλητικό ραδιόφωνο με τα τηλεοπτικά παράθυρα και τα Social Media, τον «παραγωγό» με τον επαγγελματία πολιτικό, και τη συζήτηση για το οφσάιντ με τη δημόσια υγεία ή τη δικαιοσύνη ή την ακρίβεια ή την χρησιμοποίηση ειδικών γυαλιών παρακολούθησης, έχεις το ακριβές αποτύπωμα της πολιτικής παρουσίας του Άδωνι Γεωργιάδη. 

Αυτή ακριβώς η τακτική της ίντριγκας είναι που τον κρατάει στην επιφάνεια. Που χρόνια τώρα τον θρέφει πολιτικά. Το «μυστικό» αυτό της επιτυχίας που εξυπηρετεί ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές, οι οποίες ενίοτε δείχνουν και να διαπληκτίζονται: χαρίζει τηλεθέαση στα κανάλια και ταυτόχρονα διατηρεί τον ίδιο στο κέντρο της επικαιρότητας, ως δημόσιο σχολιαστή των πάντων, αυτόν που ξέρει τα πάντα από μέσα και από πρώτο χέρι. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει τη διαδρομή που τον οδηγεί καθημερινά από τις παλιές τηλεπωλήσεις νανογιλέκων στον ρόλο του βασικού ρυθμιστή της πολιτικής ατζέντας – και πιθανότατα, στην επόμενη επανεκλογή του. Ο δημοσιογράφος παίρνει απλά τα νούμερά του, ο υπουργός παραμένει στο προσκήνιο, το σύστημα τρέφεται από τον ίδιο του τον εαυτό και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. 

Η ίντριγκα αυτή ωστόσο έχει ένα βαρύ τίμημα: σε εξοικειώνει με το τέρας. Σε οδηγεί βήμα – βήμα στην σταδιακή αποδοχή εξωφρενικών πραγμάτων. Γίνεται «εντάξει» να κυκλοφορείς με γυαλιά παρακολούθησης. Γίνεται «εντάξει» να επαναλαμβάνεις πως για όλα τα δεινά του τόπου φταίνε ακόμα οι κομμουνιστές. Γίνεται «εντάξει» η αλαζονεία του να υπερασπίζεσαι με στεντόρεια φωνή το όποιο υποτιθέμενο δίκιο σου. Γίνεται «εντάξει» να μιλάς ως ακροδεξιός ενάντια στους Εβραίους, αλλά χρόνια μετά να θεωρείς πολύ cool τύπο τον Νετανιάχου που κοντεύει να αφανίσει τη Γάζα. 

Γίνεται «εντάξει» να επιχειρείς να ξαναγράψεις την ιστορία με τους δικούς σου όρους. Γιατί αυτό είναι και της μόδας τελευταία από πολλά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία, ως άλλοι αναθεωρητές. Και δυστυχώς, ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. 

Η ίδια συνταγή ξεπλύματος μέσω της τηλεοπτικής κανονικότητας ισχύει και για τον Μαυρουδή (Μάκη) Βορίδη και το τσεκουράτο παρελθόν του στην ΕΠΕΝ, όπως και για τον Θάνο Πλεύρη γιο του γνωστού θεωρητικού της νεοναζιστικής προπαγάνδας στην Ελλάδα. 

Όταν τις προάλλες μιλούσαμε με τον Δημήτρη Ψαρρά για την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, ο άνθρωπος που συνέγραψε δύο πολύ σπουδαία βιβλία για τον βίο και την πολιτεία της Χρυσής Αυγής μου είπε: «Η δράση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα δεν ξεκινά από την Χρυσή Αυγή η οποία στα ξεκινήματά της είχε με τα βίας 0,5% σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Ξεκινά από την εποχή που το πολιτικό σύστημα της Νέας Δημοκρατίας απορρόφησε τα στελέχη του ΛΑΟΣ. Όταν δηλαδή ένα κόμμα εξουσίας, εγκακατέστησε τον λαϊκισμό στον καθημερινό πολιτικό λόγο». Κι έχει δίκιο. 

Ακόμα και ο Κυριάκος Βελόπουλος, ξεκινώντας από τις τηλεοπτικές πωλήσεις των «χειρογράφων του Ιησού» και τα θαυματουργά ματζούνια, κατάφερε να μετατρέψει αυτό που για κάποιους χαρακτηρίζεται ως συνωμοσιολογία που φτάνει στα όρια της γραφικότητας, σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη. Μέχρι και σήμερα δε, ο αρχηγός της «Ελληνικής Λύσης», ακόμη και μετά τον σάλο που προκάλεσε όλη αυτή η ιστορία του αιφνίδιου θανάτου Μαζωνάκη και της παραϊατρικής εξέλιξης, συνεχίζει κανονικά να διαθέτει μέσω τηλεοπτικών εκπομπών κεραλοιφές με αστεία ονόματα όπως η περίφημη “τελοπόν”. Αλοιφές, οι οποίες υπόσχονται να δώσουν ένα τέλος στους βασανισμένους από τους πόνους πολίτες. 

Το τελευταίο πάντως, το κρατάω για το συνάφι μας. Για τη στάση της δικής μας πλευράς. Κάποτε όλοι μας είχαμε και αντανακλαστικά και συσπείρωση. Σε άλλες εποχές, αν ένας πολιτικός, προπονητής, αθλητής ή οτιδήποτε άλλο, τολμούσε να κάνει αστεία για μπάφους ή μας αποκαλούσε “κομπογιαννίτες” ή προχωρούσε στην παραδοχή χρηματοδότησης συγκεκριμένων μέσων με ενδιάμεσο σταθμό την εξασφάλιση διαφημίσεων, άπαντες θα είχαμε κατεβάσει τα στυλό μας, θα είχαμε βγάλει τα μικρόφωνα και ο ομιλητής θα μιλούσε μόνος του σε άδειες καρέκλες. 

Αλλά αυτά όπως ανέφερα συνέβαιναν τα παλιά τα χρόνια. Σήμερα, η δημοσιογραφία έχει υποταχθεί πλήρως στους αριθμούς. Και όταν η ενημέρωση μετριέται αποκλειστικά με νούμερα – κάθε είδους – το μόνο που μένει στο τέλος είναι το θέαμα της δικής μας ηθικής κατάπτωσης. Της καταστροφής του λογικού. 

Πρέπει να παραδεχτώ ότι ο Άδωνις μέσα σε όλα τα άλλα είναι ένας ευφυής άνθρωπος. Και είναι ευφυής γιατί πολύ απλά μας έχει καταλάβει. Ξέρει τι θέλει ο κόσμος, ξέρει ότι και η μαύρη διαφήμιση, είναι διαφήμιση. Ξέρει πως λειτουργεί το σύστημα και το μεταχειρίζεται αναλόγως. Καθώς γνωρίζει ότι στο τέλος, κάθε συζήτηση, κάθε παραδοχή αμαρτήματος on air ή στα Social ακόμη και αν προκαλεί αρνητική κριτική, τον κρατά ψηλά. Πολύ ψηλά. Το έγραψε σήμερα και ο ίδιος. Το μποϊκοτάζ που πρότειναν κάποιοι δεν περνά. Ο Άδωνις είναι καλεσμένος (και σήμερα) στην πλειοψηφία των καναλιών.. 

Διαβάστε περισσότερα εδώ: https://parallaximag.gr/parallax-view/i-techni-toy-na-latreyeis-na-se-apechthanontai

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου