Ο Τραμπ κατέστησε τους Αμερικανούς φτωχότερους και ....λιγότερο ασφαλείς. Η εξωτερική του πολιτική έγινε μπούμερανγκ – κάτι που ήταν εξαρχής προφανές ότι θα συνέβαινε.
Οι περισσότεροι άνθρωποι ασχολούνται με την εξωτερική πολιτική όταν αρχίζει να πλήττει την ευημερία τους ή το αίσθημα ασφάλειάς τους
Ο Τραμπ βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα απλό δίλημμα: να τερματίσει πρόωρα τον πόλεμο με το Ιράν, φαντάζοντας αδύναμος, ή να τον συνεχίσει, φαντάζοντας ανίκανος. Το έλεγα εξαρχής. Εκείνος επέλεξε τη δεύτερη οδό.
Το ιρανικό κράτος παραμένει όρθιο. Χρόνια κυρώσεων το είχαν ήδη αναγκάσει να οικοδομήσει μια «οικονομία αντίστασης». Η βασική του απάντηση ήταν το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και, σε συνεργασία με τους Χούθι, η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, καθώς και πλήγματα κατά της πετρελαϊκής παραγωγής της Σαουδικής Αραβίας.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα παγκόσμιο οικονομικό σοκ, το οποίο επηρέασε τις τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ και τροφοδότησε τον πληθωρισμό σε όλο το φάσμα της οικονομίας. Οι απλοί αμερικανοί πολίτες ένιωσαν το πλήγμα στην τσέπη τους, χωρίς να διαφαίνεται κάποιο τέλος. Ο Τραμπ, εν τω μεταξύ, συνέχιζε να μιλά για νίκη.
«Φτωχότεροι οι Ευρωπαίοι»
Οι Ευρωπαίοι δεν αισθάνονται πιο ασφαλείς εξαιτίας του πολέμου. Αισθάνονται φτωχότεροι. Το κόστος ενέργειας είναι υψηλό, οι θέσεις εργασίας στη βιομηχανία εξαφανίζονται στη Γερμανία, το χρέος αυξάνεται στη Βρετανία και οι δημόσιες υπηρεσίες βρίσκονται υπό πίεση στη Γαλλία.
Οταν η γερμανίδα υπουργός Εξωτερικών, Αναλένα Μπέρμποκ, δήλωσε ότι δεν την ενδιαφέρει η γνώμη των ψηφοφόρων της και ότι θα θέσει τους Ουκρανούς σε προτεραιότητα, ανέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το σημείο όπου η Ευρώπη έκανε ένα σοβαρό λάθος: έχασε από το οπτικό της πεδίο τα θεμελιώδη στρατηγικά της συμφέροντα.
Οι αξίες και η ευνοϊκή στάση απέναντι στην Ουκρανία δεν αποτελούν θεμελιώδη στρατηγικά συμφέροντα.
Οι υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης κατάφεραν να ξεφύγουν για μερικά χρόνια, αλλά οι ψηφοφόροι το έχουν πλέον αντιληφθεί.
Σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, η υποστήριξη μετατοπίζεται προς κόμματα που δίνουν προτεραιότητα σε εσωτερικά ζητήματα και εθνικά συμφέροντα.
Στη Γερμανία έχουν σημειωθεί διαδηλώσεις για το κόστος ζωής. Στη Γαλλία υπάρχουν κινητοποιήσεις σχετικά με τα σχολεία και το κράτος πρόνοιας, την ώρα που τα χρήματα συνεχίζουν να ρέουν προς την Ουκρανία.
Η Βρετανία μόλις απέστειλε άλλα 10 δισεκατομμύρια λίρες στην Ουκρανία, ενώ οι τόκοι για το δημόσιο χρέος πλησιάζουν τα 109 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως. Η κυβέρνηση της Πολωνίας ανησυχεί ήδη ενόψει των επόμενων εκλογών, ενώ η κυβέρνηση του Τουσκ επιχείρησε να ενορχηστρώσει ένα συνταγματικό πραξικόπημα.
«Πόλεμος επιλογής»
Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αποτελεί «πόλεμο εξ ανάγκης» για τη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία ή την υπόλοιπη ΕΕ. Ως «πόλεμος εξ ανάγκης» νοείται εκείνος που διεξάγεται στο πλαίσιο της αυτοάμυνας, όταν η ίδια η χώρα δέχεται επίθεση.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας «πόλεμος επιλογής».
Οσο περισσότερο συνεχίζεται, χωρίς να αποφέρει σαφές όφελος για τους απλούς πολίτες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να δικαιολογηθεί.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία δεν υπόκειται σε εκλογικές διαδικασίες, επιδεινώνει το πρόβλημα. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν εκχωρήσει κρίσιμες αποφάσεις σε ένα μη εκλεγμένο όργανο στις Βρυξέλλες και, στη συνέχεια, ζήτησαν από τους δικούς τους ψηφοφόρους να επωμιστούν το κόστος. Αυτό διευρύνει το δημοκρατικό έλλειμμα.
Η Ρωσία και η Κίνα έχουν διαχειριστεί τις καταστάσεις τους με διαφορετικό τρόπο. Οι Ρώσοι, σε μεγάλο βαθμό, αντιλαμβάνονται τον πόλεμο στην Ουκρανία ως έναν πόλεμο ανάγκης. Αυτό καθιστά ευκολότερη την πολιτική κινητοποίηση, παρόλο που το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος είναι πραγματικό.
Επιπλέον, η Ρωσία έχει προστατεύσει τον πληθυσμό της από τις χειρότερες οικονομικές επιπτώσεις πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι η Ευρώπη. Η ανεργία παραμένει χαμηλή, οι μισθοί έχουν αυξηθεί και το κράτος δεν έχει αντιμετωπίσει την ίδια δημοσιονομική πίεση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου