του Χαράλαμπου Μηνάογλου
Η συζήτηση γύρω από την ιστορία και την διδασκαλία της δεν απασχολεί μόνο την ελληνική εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά αποτελεί ένα φαινόμενο που εμφανίζεται σε ολόκληρο τον κόσμο και κατεξοχήν στην Ευρώπη. Άλλοτε με ηπιότερη και άλλοτε με..... οξύτερη μορφή, η συζήτηση γύρω από την ιστορία επανέρχεται, καθώς μέσα σε αυτήν εμπεριέχεται η αντιπαράθεση για την διαχείριση του παρελθόντος με την εύλογη πολιτική σημασία της στο εκάστοτε παρόν.
Tις τελευταίες δεκαετίες, όμως, ο διεθνισμός έχει κυριαρχήσει σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής ιστοριογραφίας. Η επιστημονική ιστορική γραφή υπήρξε αυτή που έδωσε τον τόνο και το πρότυπο υπαγωγής στον διεθνισμό. Η εκλαϊκευτική ιστοριογραφία, αυτή δηλαδή που γράφεται συνήθως από μη ειδικούς με στόχο να καλλιεργήσει την λαϊκή συνείδηση, ακολούθησε, αν και σε αυτήν υπήρξαν και δείγματα αντίθεσης στο κυρίαρχο διεθνιστικό πρότυπο. Τέλος, η σχολική ιστοριογραφία, αν και αντιστάθηκε περισσότερο, δεν κατόρθωσε και αυτή να αποφύγει την υποταγή της στα διεθνιστικά κελεύσματα.
Η κυριαρχία της διεθνιστικής ιδεολογίας πρώτα πρώτα στην ακαδημαϊκή ιστοριογραφία επιβλήθηκε με σκοπό την επικράτηση του διεθνιστικού παγκοσμιοποιητικού μοντέλου, ώστε να καταστεί δυνατόν να αμβλυνθεί η συνείδηση πέρα από τον ελληνικό και άλλων λαών, κυρίως των ευρωπαϊκών, προκειμένου να δεχθούν την απεμπόληση της ιδιαίτερης δικής τους εθνικής ιδιοπροσωπίας και στην συνέχεια και της εκπροσώπησης. Εφόσον από τις πανεπιστημιακές έδρες στην Ελλάδα διδασκόταν και διδάσκεται σε απόλυτο βαθμό πως οι λαοί δεν υπάρχουν, δεν αποτελούν δηλαδή παρά κατασκευές των πολιτικών και οικονομικών ελίτ, χωρίς κανέναν πραγματικό δεσμό και κοινό συμφέρον, είναι επόμενο να γίνει αποδεκτή η άποψη πως θα πρέπει πλέον, με την νέα παγκόσμια συνείδηση, την οποία τους δίνει η νέα ιστοριογραφία, η «καθαρή» από τον εθνικισμό αλλά τόσο μολεμένη από τον διεθνισμό, να αποδεχθούν πως, σιγά σιγά βέβαια, θα πρέπει να απεμπολήσουν τα δικαιώματά τους και να πάψουν, εφόσον δεν υπάρχουν πραγματικά, να ζητούν να έχουν δημοκρατική εκπροσώπηση και διακυβέρνηση και στο τέλος κάθε μορφή εκπροσώπησης εντασσόμενοι στην παγκόσμια κυβέρνηση, που ολοένα και περισσότερο ευαγγελίζονται, τόσο οι ιστορικοί του κ. Σόρος και των ομοίων του, όσο και το πολιτικό και δημοσιογραφικό υπαλληλικό τους προσωπικό.
Εφόσον, λοιπόν, με την κατευθυνόμενη χρηματοδότηση ελέγχθηκε ο χώρος της πανεπιστημιακής ιστοριογραφίας, ο δρόμος πλέον ήταν διάπλατα ανοικτός για την επικράτηση του διεθνισμού και στην ευρείας κατανάλωσης εκλαϊκευτική ιστοριογραφία. Οι συγγραφείς αυτού του είδους, εκείνοι τουλάχιστον που εύρισκαν και βρίσκουν πρόθυμους τους εκδότες, ήταν και είναι, όσοι πειθαρχούν στα διεθνιστικά κελεύσματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας. Είναι αυτοί που μέσα από την αναγκαστική στην ιστορική εργασία επιλογή ανάμεσα στα γεγονότα, επέλεξαν πάντα όσα θα έπλητταν το παρελθόν και ιδίως το εθνικό παρελθόν. Δεν είναι τυχαίο πως σε αυτήν την κατηγορία της ιστοριογραφίας εξιδανικεύθηκαν οι πολυεθνικές αυτοκρατορίες, καθὼς η πολυεθνικότητά τους έδωσε αφορμή για να παρουσιαστούν ως διεθνιστικές κοινότητες, περίπου πρόδρομοι της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης. Αντίθετα, υπερτονίστηκαν και χρωματίστηκαν απολύτως αρνητικά τα κακώς κείμενα του εθνικισμού, στον οποίο πέρα από τα αντικειμενικά του μειονεκτήματα, προσγράφηκαν και πλήθος άλλων.
Μετά δεν άργησε να έρθει και η επιβολή του διεθνισμού στην σχολική ιστοριογραφία, ή για να το σημειώσουμε καλύτερα, στα βιβλία ιστορίας που διδάσκονται στα σχολεία. Εκεί, λόγω της αντίδρασης της εκπαιδευτικής κοινότητας, αλλά και λόγω της πιθανολογούμενης αντίδρασης των γονέων, η μεταβολή της από εθνική σε παγκοσμιοποιητική υπήρξε πιο προσεκτική και πιο αργή. Την αργή αλλά σταθερή επιβολή φαίνεται πως χάλασε το βιβλίο ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όπου νεόκοπός τις τότε ιστορικός πάλαι ποτέ καθηγήτρια γαλλικών με «ιερή» αφοσίωση στην προώθηση των συμφερόντων του διεθνισμού, κατόρθωσε με τον υπερβάλλοντα ζήλο που επέδειξε να προκαλέσει το σύνολο των Ελλήνων και σχεδόν το σύνολο των ειδικών. Παρότι γεννήθηκαν πρόσκαιρα κάποιες ελπίδες για αλλαγή του κλίματος, όταν το βιβλίο εκείνο αποσύρθηκε και ανατέθηκε η συγγραφή βιβλίου για την ιστορία της Στ΄ Δημοτικού σε ομάδα όντως ιστορικών υπό τον καθηγητή Ιωάννη Κολιόπουλο, της οποίας υπήρξα μέλος, φαίνεται πως η διεθνιστική νοοτροπία συνεχίζει να επικρατεί και το κυριότερο να επανέρχεται με άλλες μορφές.
Βεβαίως, το τι γράφει ένας πανεπιστημιακός ή ένας οποιοσδήποτε συγγραφέας σε κάποιο βιβλίο που μπορεί κανείς ελευθέρως να αγοράσει και να διαβάσει, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα βιβλίο που προορίζεται για διδασκαλία στην εθνική δημόσια εκπαίδευση και το οποίο υποχρεωτικά θα διαβάσει κάθε Έλληνας δάσκαλος, αλλά κυρίως κάθε Έλληνας μαθητής. Και αυτό το δεύτερο, οφείλει, όχι πρωτίστως λόγω της συνταγματικής επιταγής, αλλά κυρίως λόγω της κοινής λογικής να υπηρετεί τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, ο οποίος το πληρώνει και επιτρέπει να διδαχθεί στα παιδιά του. Άλλωστε, θα ήταν τελείως παράλογο να προσπαθούμε να πείσουμε τον συλλογικό εαυτό μας πως δεν υπάρχει, ή έστω πως δεν αξίζει. Πρόκειται τότε για περίπτωση εθνικής αυτοχειρίας.
Αλλά προτού αναφερθούμε στο ζήτημα αυτό, ας εξετάσουμε λίγο την ιστοριογραφική πραγματικότητα, που επικρατεί σήμερα. Μία πραγματικότητα εξίσου ζοφερή με την οικονομική τουλάχιστον στον τόπο μας. Η παραμόρφωση της ιστοριογραφίας από την εφαρμογή της διεθνιστικής προσέγγισης, κατάντησε χειρότερη από αυτήν που επέβαλλε ο εθνικισμός τον οποίο υποτίθεται πως ήρθε να θεραπεύσει. Ο εθνικισμός εξωράιζε και ενοποιούσε, ενώ ο διεθνισμός κατακρίνει και διαλύει τις ανθρώπινες κοινωνίες μετατρέποντάς τες σε παγκόσμια μάζα, η οποία πρέπει να πειστεί πως δεν έχει καμία συλλογικότητα πέρα από την παγκόσμια, την τόσο απαραίτητη για την ολοκλήρωση των σχεδιασμών των κατόχων του μεγάλου τραπεζικού κεφαλαίου. Πρόκειται, τελικά, για μία διαδικασία αυτομαστιγώματος, αυτοεξουθένωσης των λαών, οι οποίοι διαβάζοντας συνεχώς την επίμονα επαναλαμβανόμενη κατακλείδα του διεθνισμού, πως δηλαδή δεν υφίστανται στην πραγματικότητα και αισθανόμενοι την ανάγκη να απολογηθούν επειδή τους υποβάλλεται η ιδέα ότι είναι κακό που αγαπούν την πατρίδα τους, τείνουν σήμερα να αποδεχθούν πως πρέπει να υποταχθούν σε υπερεθνικούς παγκόσμιους εξουσιαστές, τους οποίους βεβαίως και δεν θα ελέγχουν.
Ο διεθνισμός προσπαθεί να πείσει πως τα έθνη αποτελούν κατασκευή, παρασιωπώντας όλα τα εθνικά, ή έστω εθνοτικά στοιχεία που προϋπήρχαν της σύγχρονης μορφής τους, αυτής δηλαδή του έθνους-κράτους . Η κοινή πολιτιστική παράδοση, η γλώσσα και η θρησκεία είναι απαραίτητο να αποσιωπηθούν, ώστε αβίαστα να βγάλει ο μη ειδικός αναγνώστης το συμπέρασμα πως τα έθνη αποτελούν κατασκευές. Στην ελληνική περίπτωση, πάντως, αυτή τουλάχιστον η γλωσσική συνέχεια, αυτή η ελληνική γλώσσα μιλημένη με βεβαιότητα συνεχώς για χιλιάδες χρόνια γύρω από το Αιγαίο τουλάχιστον είναι ένα εμπόδιο ανυπέρβλητο και ενοχλητικό για τους κήρυκες του διεθνισμού.
Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε σε αυτό το σημείο, πως απόλυτη αντικειμενικότητα στην ιστοριογραφία δεν υφίσταται. Για αυτό και όχι μόνο κάθε έθνος αλλά και κάθε εποχή γράφει την δική της ιστορία. Η προηγούμενη διαπίστωση δεν συνεπάγεται βέβαια και την θέση πως κάθε ιστοριογραφική προσπάθεια είναι εξίσου έγκυρη. Απλώς σημαίνει πως ιστοριογραφία δεν είναι η πλήρης και αντικειμενικά αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ο τρόπος που κάθε έθνος σε συγκεκριμένη φάση αντιλαμβάνεται την ιστορική του πορεία και εν τέλει τον εαυτό του. Συνεπώς, αν ο παραπάνω ορισμός μας ισχύει, τότε ένα έθνος που δέχεται την αυτοδιαλύση και αυτοϋποδούλωσή του, πρέπει πρώτα να έχει μισήσει τον εαυτό του και την ιστορική του πορεία, ή αυτό που θεωρεί ως εαυτό του και ιστορική του πορεία.
Και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος στις μέρες μας, που αυξάνει την σπουδαιότητα της σχολικής ιστοριογραφίας. Αντίθετα από μας, ισχυρά έθνη όπως το εβραϊκό και το τουρκικό διδάσκουν στα σχολεία τους την αγάπη για το εθνικό και θρησκευτικό τους παρελθόν, τονίζοντας διώξεις που υπέστησαν οι μεν και αποκρύπτοντας διώξεις που διέπραξαν οι δε. Στο ελληνικό σχολείο, όμως, δεν παρουσιάζονται οι πραγματικές διαστάσεις των διωγμών που γνώρισαν οι Έλληνες, καθώς και η συμβολή τους στον παγκόσμιο πολιτισμό.
Αλλά πέρα από το θέμα της παρουσίασης του «άλλου» και του ελληνικού έθνους στα σχολικά βιβλία, υπάρχει σε αυτά σημαντικότατο ζήτημα ως προς την ταυτότητα-συνείδηση που καλλιεργούν και την ένταξή τους στον χώρο και τον χρόνο, το κατά πόσο συμβαδίζουν δηλαδή με την σύγχρονη πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Είναι σαφές πως στα τελευταία σχολικά βιβλία γίνεται προσπάθεια, αν όχι να εξαλειφθεί, τουλάχιστον να απομειωθεί η ελληνική συνείδηση των μαθητών. Στην θέση της προβάλλεται ολοένα και περισσότερο η ευρωπαϊκή συνείδηση. Κάποτε, όταν ίσως η Ευρώπη φάνταζε ως η πηγή κάθε καλού τουλάχιστον οικονομικά, θα δικαιολογείτο από ορισμένους μία τέτοια προσπάθεια. Στις μέρες μας, όμως, οπού έχει καταστεί πλέον σαφές πως η ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μας εξασφαλίζει πλέον την οικονομική ευμάρεια, ίσως για ορισμένους να είναι και η αιτία της σημερινής οικονομικής μας δυσπραγίας, δεν φαίνεται να υπάρχει κανείς που να συναινεί σε μία τέτοια ευρωπαϊστική «γραμμή» στα σχολικά μας βιβλία. Αλλά, ακόμη και αν συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε απέναντι στο κοινό μας συμφέρον, το συμφέρον των Ελλήνων, θα πρέπει τουλάχιστον να λάβουμε υπόψη μας την σημερινή ιστορική συγκυρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου