Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

Ἕλληνες, οἱ πρῶτοι ἐφευρέτες τῆς γραφῆς καί τοῦ ἀλφαβήτου.

της Μαρίας Μαντουβάλου
Ἀναπληρώτριας Καθηγήτριας Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν


Μακροχρόνια εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τῶν ἐρευνητῶν τῆς προϊστορικῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας, ξένων καὶ Ἑλλήνων, εὐτυχῶς στοὺς τελευταίους ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, νὰ ἰσχυρίζoνται τὴν προέλευση ἀπὸ τὴν ἀνύπαρκτη ἰνδοευρωπαϊκὴ καὶ ἄλλες ξένες, ἀνύπαρκτες ἐπίσης, γλῶσσες, ἀκόμη καὶ στὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Ὁ Ἄγγλος ἑλληνιστὴς π.χ. καθηγητὴς τῆς ἑλληνικῆς φιλολογίας ἀποφαίνεται μὲ βεβαιότητα: «Τὴ δεύτερη χιλιετηρίδα π.Χ. ὁ πρωτοελληνικὸς λαὸς μπῆκε στὴ λεκάνη τοῦ Αἰγαίου, καὶ σιγά σιγὰ ἡ γλῶσσα του ἐξαπλώθηκε ἀνάμεσα στοὺς Πελασγούς, στοὺς Κᾶρες καὶ στοὺς ἄλλους λαοὺς ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ. Ὁ Ἡρόδοτος χαρακτηρίζει τοὺς Ἀθηναίους σὰν ἐξελληνισμένους Πελασγούς, δηλαδὴ τῶν προγόνων τους ἡ γλῶσσα ἦταν τὰ πελασγικά», καὶ ὁ ἴδιος ἱστορεῖ πώς «οἱ Ἕλληνες ἱδρυτὲς τῆς Μιλήτου δὲν ἔφεραν μαζί τους δικές τους γυναῖκες, ἀλλὰ παντρεύτηκαν γυναῖκες τῆς Καρίας. Ἔτσι, ἡ ἀρχαιοελληνικὴ γλῶσσα διαμορφώθηκε σὲ στενὴ ἐπαφὴ μὲ ἄλλες γλῶσσες, ποὺ μᾶς εἶναι ἄγνωστες [ὑπογραμμίζω ἐγώ]. Σ’ αὐτὴν τὴν περίοδο πρέπει [!] νὰ ὀφείλεται ἡ ἁπλοποίηση τοῦ φωνητικοῦ συστήματος τῆς ἰνδοευρωπαϊκῆς κοινῆς [ὑπογραμμίζω ἐγώ], δηλαδὴ τῶν φωνηέντων, τῶν συμφώνων καὶ τοῦ μελωδικοῦ τονισμοῦ» (1) καὶ συνεχίζει: «Στὴν πρωτοελληνικὴ ἐποχὴ τὸ ἰνδοευρωπαϊκὸ ἡμιφωνῆεν διαφοροποιήθηκε […].


Ἡ ἁπλοποίηση τῶν ἰνδοευρωπαϊκῶν συμφώνων εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ χαθοῦν στὰ τέλη τῶν λέξεων τὰ σύμφωνα» (2). Δύο χρόνια ἀργότερα, τὸ 1964, στὸ βιβλίο του μὲ τίτλο «Ἡ Ἑλληνικὴ Γλῶσσα Ἀρχαία καὶ Νέα» συνεχίζοντας τὰ «ἐπιχειρήματά του» πάνω σὲ «βεβαιότητες», ὅπως εἴδαμε, πού, ὡστόσο, τοῦ εἶναι ἄγνωστες, ὅπως λέει, καὶ πάνω σὲ δεοντολογίες ὑψηλῆς ἐπιστημονικῆς σαφήνειας, ποὺ καὶ αὐτὲς ἀνήκουν στὴ σφαῖρα τῆς δεοντολογίας, ἀφοῦ ὁ κ. Καθηγητὴς ἐπικαλεῖται τὸ «πρέπει νά», γιὰ νὰ θεμελιώσει πάνω σ’ αὐτὸ τὸ ὑποκειμενικὸ πρέπει τὰ παραμύθια του γιὰ τὸ «ἰνδοευρωπαϊκὸ ἡμιφωνῆεν»(!!), ὅπως ἐπίσης εἴδαμε πιὸ πάνω. Τώρα στὸ νέο του πόνημα ἀνενδοίαστα ἀποφαίνεται: «τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο κατάγεται ἀπὸ τὸ φοινικικό» (σελ. 65) καὶ «Οἱ Φοίνικες ἐφεῦραν τὸ πρῶτο φθογγογραφικὸ ἀλφάβητο» (σελ. 66). Δίνει μάλιστα καὶ τὴ γαργαλιστικὴ ἐξήγηση γιὰ τὸ καυτὸ θέμα τῆς ἔλλειψης φωνηέντων στὶς σημιτικὲς γλῶσσες, γράφοντας ὅτι «ὁ ἀναγνώστης τὰ συμπληρώνει εὔκολα τὰ φωνήεντα ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα» (σελ. 66), καὶ ἡ πρόθεσή του νὰ μᾶς κανοναρχεῖ μὲ τὸ φοινικικὸ ἀλφάβητο δὲν ἔχει τέλος· γράφει: «Στὸν δέκατο ἔνατο π.Χ. αἰῶνα οἱ Ἴωνες τῆς Μικρασίας δανείστηκαν ἀπὸ τοὺς Φοίνικες θαλασσοπόρους τὸ ἀλφάβητο καὶ τὸ τελειοποίησαν» (σελ. 66). Θὰ κλείσω ἐδῶ τὸν παραληρηματικὸ λόγο τοῦ Ἄγγλου παραμυθιογράφου.

συνέχεια στο http://enromiosini.gr/arthrografia/