Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο τρισμέγιστος Νίκος Καββαδίας

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
Μπορεί να `ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

Κανείς στον κόσμο δεν περιέγραψε τόσο χαρακτηριστικά τη ζωή των ναυτικών, με στίχους.
Kανείς δεν έγραψε τόσο όμορφους στίχους για τη Θεσσαλονίκη.

Βέβαια, τώρα που μειώθηκε κατά ...99% ο αριθμός των Ελλήνων ναυτικών, μειώθηκε και ο αριθμός των θαυμαστών του ιδιόρρυθμου, αλλά μοναδικού αυτού ανθρώπου.

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλονιάς.

Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως "ναυτόπαις" τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος".

Από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, και συγκεκριμένα το 1954, συνέβη το εξής περιστατικό: Ενώ ο ποιητής εργαζόταν σε "ποστάλι" (καράβι μικρών αποστάσεων, επιβατηγό), ταξίδεψε με το καράβι του ο Γιώργος Σεφέρης. Τόσο κατά την τυπική υποδοχή των ταξιδιωτών, όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ο Σεφέρης δεν μπήκε καν στη διαδικασία να χαιρετίσει τον Καββαδία. Το γεγονός πίκρανε ιδιαίτερα τον Καββαδία, που θεωρούσε ότι η λογοτεχνική γενιά του '30, στην οποία ανήκε και ο ίδιος, τον υποτιμούσε.

Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο. Κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, παρουσία πολλών ανθρώπων των γραμμάτων και της τέχνης.

Θεσσαλονίκη

Ήταν εκείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά
σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
άγιε Νικόλα φύλαγε κι αγιά θαλασσινή
τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει παιδί του Μοντιλιάνι
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κι οι δυο Μαρμαρινοί

Απάνω στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού
εκτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού

Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη
πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ’ αγαπώ
αύριο σαν τότε και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Ντεπό

Kuro Siwo

Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζωνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.



Πρώτο μπάρκο.
1980... στη Τζέντα. Πρωτόμπαρκος, δεκαεννιά χρονών, αμούστακος και κατάμονος, περίμενα να πάρω το καράβι. Μια βδομάδα, τη μεγάλη βδομάδα , του Πάσχα. Βγήκα στην πόλη για βόλτα και σ΄ ένα πολύχρωμο μαγαζί, μια τρύπα με τα πράγματα μέχρι το (και στο) ταβάνι βρήκα μια κασέτα , μια γκρι κασέτα με γαλάζια γράμματα, τη μοναδική ίσως, που έγραφε Ελληνικά απ΄έξω. ΄΄Θάνος Μικρούτσικος-Ο Σταυρός του Νότου- σε ποίηση Νίκου Καββαδία΄΄. Μόνο τον Μικρούτσικο ήξερα... και την πήρα μαζί με ένα κασετόφωνο, πλακουτσό, γκρι, με κάτι μεγάλα σκληρά μαύρα πλήκτρα. Έμελλε λίγο πριν μπαρκάρω να ταξιδέψω παρέα με τον Καββαδία για μια βδομάδα. Όλη τη Μεγάλη βδομάδα ταξίδευα μαζί του, ταξίδεψα με φουνταρισμένες τις άγκυρες εκεί στη ράδα της Τζέντας. Την Κυριακή του Πάσχα ήρθε το καράβι που περίμενα και πρωί-πρωί πάτησα για πρώτη μου φορά λαμαρίνα. Από τότε, μέχρι τώρα, 35 χρόνια μετά, μπήκε μεσ΄στο αίμα μου και δεν έχω σταματήσει να ταξιδεύω με τον Καββαδία. Όταν ξεμπαρκάρισα έψαξα και βρήκα όλα τα βιβλία του. Ήταν ο πρώτος καπετάνιος μου, παρότι ασυρματιστής.
Μαραμπού
Πούσι
Τραβέρσο
Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη
Βάρδια
Λι
Του πολέμου/Στ' άλογό μου